Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών ή το ΑΚΕΛ άλλοτε και τώρα

Στις 4/2/2006 ο πρ. Υπ. Εσωτερικών Δ. Θεοδώρου δήλωσε ότι είναι ανάγκη να τροποποιηθεί το Σύνταγμα ώστε να επιτρέπεται η παρακολούθηση τηλεφώνων υπό όρους.

Στις 7/7/2006 ο πρ. Υπ. Εσωτερικών Σ. Σοφοκλέους επανέφερε το θέμα αλλά διαφοροποίησε την επικοινωνιακή πολιτική του: επικεντρώθηκε η επιχειρηματολογία του στα ναρκωτικά προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεση της «κοινής γνώμης»: «ένας είναι ο στόχος να βρεθεί μια μεθοδολογία πιο αποτελεσματική σε όλα τα επίπεδα για να αντιμετωπίσουμε τη μάστιγα των ναρκωτικών και κυρίως τους εμπόρους».

Οι συστηματικές προσπάθειες της κυβέρνησης Τ. Παπαδόπουλου για τροποποίηση του άρθρου 17 του συντάγματος για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών δεν καρποφόρησαν. Από τον κομματικό χώρο αντέδρασαν και φρέναραν την τροποποίηση το ΑΚΕΛ και οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ. Εννοείται τότε.

Σε συνέντευξή του λοιπόν στην εφ. Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ (1/11/2009) ο νυν Υπουργός Εσωτερικών Λ. Λουκά επανέφερε το θέμα για τροποποίηση του συντάγματος. Δήλωσε: «Πιστεύω ότι για την αντιμετώπιση πλέον, όλων των μορφών εγκλημάτων, επιβάλλεται η παρακολούθηση τηλεφώνων, με ασφαλιστικές δικλείδες βεβαίως». Η επιχειρηματολογία είναι η ίδια με αυτή των προκατόχων του. Δε λέει κάτι καινούριο.

Το πολιτικό ζήτημα είναι άλλο. Γιατί τότε ο κ. Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ αντιδρούσαν στην τροποποίηση και τώρα την επαναφέρουν; Άλλα υποστηρίζουν όταν δεν κυβερνούν και άλλα όταν κυβερνούν; Ποια είναι η θέση αρχής του ΑΚΕΛ;

Και ακόμα: σε ποιο σημείο του προεκλογικού προγράμματος Χριστόφια αναφέρει κάτι τέτοιο; Ή μήπως σκοπίμως το αποσιώπησαν, ώστε να ενεργούν μετεκλογικά κατά βούληση;

Φυσικά η τροποποίηση του συντάγματος δεν είναι ένα αποσπασματικό μέτρο ούτε και στοχεύει στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Γιατί και τα κράτη εγκληματούν σε βάρος των πολιτών σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Συνδέεται με μια σειρά γενικότερων μέτρων που προωθούνται από τη δεκαετία του 1990 και με στόχο δήθεν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Σε αυτά τα πλαίσια με ποικίλα μέτρα εισάγεται η καθολική επιτήρηση των πολιτών από τις δυνάμεις που ηγεμονεύουν τη νέα τάξη και την παγκοσμιοποίηση. Η κυπριακή κυβέρνηση είναι διακινητής και τοποτηρητ;ής των συμφερόντων τους.

Στο νέο τεχνοδικτυακό περιβάλλον η διεθνής και τοπική ολιγαρχία στοχεύει στον έλεγχο της επικοινωνίας για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της. Ο χαφιεδισμός, η επιτήρηση, η αστυνόμευση είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί κάθε εξουσιολάγνος εναντίον των πολιτών διαχρονικά.

Η συρρίκνωση, που επιχειρείται σε πολλά επίπεδα, της ελευθερίας των πολιτών με στόχο την κατάπνιξη κάθε αντίστασης κατά του κατεστημένου οδηγεί σε μια νέα μορφή τυραννίας. Με πρόσχημα την ασφάλεια των πολιτών περιορίζουν την ελευθερία τους. Στο ψευτο-δίλημμα «ασφάλεια ή ελευθερία» επιλέγουν την ασφάλεια οι τρομοκράτες της υφηλίου. Το ίδιο επέλεξε και ο κ. Μπους, ο πατέρας της τρομο-λαγνείας. Και ο κ. Λουκά της κυβέρνησης Χριστόφια. Αλλά τώρα στην Κύπρο και επί κυβερνώντος ΑΚΕΛ σίγουρα είναι για το καλό μας!!!

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Το κυπριακό πρόβλημα ως ελευθερία: η συνέχεια μιας ερμηνείας με βάση την ιστορία

Στις 14/3/2009 δημοσίευσα σε αυτό το ιστολόγιο ένα κείμενο με τίτλο «Το κυπριακό πρόβλημα ως ελευθερία». Τούτο το κείμενο αποτελεί μια συνέχεια.
Από το 1878 ως τα σήμερα, αν εξετάσεις την αντιπαράθεση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μπορεί να καταλήξεις σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.
Σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο από το 1878 ως σήμερα οι Ελληνοκύπριοι προέβαλλαν το αίτημα της ένωσης( ως το 1967 ),της ανεξαρτησίας (ως το 1974 ), της απαλλαγής από τις βρεττανικές βάσεις και από την τουρκική εισβολή και κατοχή . Τα αιτήματα αυτά, αν και ακούγονται πολύ διαφορετικά, εντούτοις όλα έχουν ένα κοινό υπόβαθρο: οι Ελληνοκύπριοι θεωρούσαν ως πρώτη προτεραιότητα τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους έναντι τρίτου άλλου κράτους, την απαλλαγή από τους ξένους ή την απόκτηση της εθνικής ελευθερίας με το περιεχόμενο που αποδίδεται σε κάθε ιστορική συγκυρία.
Από την άλλη οι Τουρκοκύπριοι, έχοντας συνείδηση ότι αποτελούν μειονότητα εντός της σύνολης κοινωνίας, αρχικά προσδέθηκαν στον Άγγλο κατακτητή, μετά ζητούσαν επιστροφή της Κύπρου στον προηγούμενο κατακτητή –Οθωμανό, Τούρκο – μετά ζητούσαν διχοτόμηση της Κύπρου , μετά υιοθέτησαν μια λογική δημιουργίας δικού τους κράτους με τη βοήθεια της μητέρας πατρίδας τους Τουρκίας. Δηλαδή κινούνται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από ότι οι Ελληνοκύπριοι.
Ενώ λοιπόν οι Ελληνοκύπριοι έχουν ως προτεραιότητα την ελευθερία έναντι τρίτου κράτους, οι Τουρκοκύπριοι επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή διαχρονικά επιζητούσαν την εξάρτηση από ξένο κράτος, κάτι που παρατηρείται ως τις μέρες μας. Αυτή η προσέγγιση των Τουρκοκυπρίων πηγάζει από την αντίληψη ότι, όντας πληθυσμιακή μειονότητα, θα μετατραπούν και σε πολιτική μειονότητα, κάτι που δεν αποδέχονται είτε για ιστορικούς λόγους είτε λόγω του αναπτύγματος της ελευθερίας τους στο παρόν.
Όσο και αν παρουσιάζονται οι διαφορές αγεφύρωτες, εντούτοις δεν είναι. Αν πάρουμε ως βάση ότι το ζητούμενο για τον άνθρωπο είναι η διεύρυνση της ελευθερίας του, τότε αυτό σημαίνει κάποιες παραδοχές.
1.Η ελευθερία έναντι τρίτου κράτους, αυτό που σήμερα ονομάζεται ανεξαρτησία, είναι η βάση για τη θεμελίωση κάθε ελεύθερης πολιτείας. Επομένως στα πλαίσια μιας λύσης είναι αδιανόητο να υπάρχουν εγγυήσεις και συμμαχίες και παρουσίες ξένων στρατών. Αυτό ικανοποιεί τους Ελληνοκύπριους που είχαν πάντοτε ως στόχο την ελευθερία έναντι τρίτου κράτους.
2. Η ελευθερία εντός του κράτους είναι επίσης μια προοδευτική βάση για θέσμιση μιας κοινωνίας. Επομένως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η αυτονομία, η ελευθερία των δύο κοινοτήτων/πολιτειών/κρατών.Ακόμα και το δικαίωμά τους να συνάπτουν διεθνείς συμβάσεις. Αυτές οι δύο πολιτείες θα συστήσουν μια συμπολιτεία ως έκφραση του κοινού συμφέροντος ή αυτό που ονομάζεται συνομοσπονδία. Οι αποφάσεις στα συνομοσπονδιακά όργανα θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση την ομοφωνία για να κατοχυρώνεται το κοινό συμφέρον. Η έννοια της συμπολιτείας/συνομοσπονδίας δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση για τον άνθρωπο αλλά πρόοδο, γιατί θα γίνει κατορθωτό να αποσπαστεί το πολιτικό σύστημα από το κράτος και να αποδοθεί στην κοινωνία. Αυτό ικανοποιεί τους Τουρκοκύπριους που είχαν πάντοτε ως στόχο να μην μετατραπούν σε πολιτική μειονότητα.
Μορφή συμπολιτείας –όχι ομοσπονδίας-αποτελεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού κάποιοι επικαλούνται τις ευρωπαίκές αξίες για τη λύση. Αποτελείται από πολλά κράτη, με τα δικά τους πολιτικά συστήματα, αποτελείται από πολλά έθνη αλλά ταυτόχρονα όλοι είναι Ευρωπαίοι, εκχωρούν αρμοδιότητες στην ΕΕ. Αυτό το μοντέλο μπορεί να μεταφερτεί στο εσωτερικό του κυπριακού κράτους. Σίγουρα είναι πιο φιλελεύθερο να αποφασίζουν πολλοί εκπρόσωποι όλων των κρατών, γιατί έτσι κατοχυρώνονται τα συμφέροντα όλων τυπικά παρά να αποφασίζει ένας εκλεγμένος από όλους(λογική ενιαίου και κυρίαρχου κράτους). Το ενιαίο και κυρίαρχο κράτος είναι κληρονομιά της φεουδαρχίας. Γιατί με το κράτος απλώς μεταφέρθηκε η ενιαία και κυρίαρχη προσωπική εξουσία του μονάρχη, στη νομική κατασκευή που λέγεται κράτος.
Μορφή συμπολιτείας ως πολιτικό σύστημα είχαν και οι μακρινοί μας πρόγονοι, όταν το 1830 και 1838 αποφάσισαν να συστήσουν στην Κύπρο, υπό Οθωμανική κατοχή, σύστημα «κοινοβουλευτικόν». Αυτονόητα για τους ανθρώπους τότε σήμαινε ότι αντιπροσωπεύοναι όλες οι επαρχίες της Κύπρου. Το κοινόν ήταν το αποτέλεσμα της συμμετοχής των επιμέρους ελληνοκυπριακών πολιτειών στη συγκρότηση της κεντρικής πολιτείας. Δε συγκροτήθηκε η κεντρική πολιτεία και μετά έδωσε αρμοδιότητες στα επιμέρους κοινά. Αλλά τα υπάρχοντα κοινά-τοπικά,επαρχιακά-συγκρότησαν την κεντρική πολιτεία. Ή διαφορετικά, οι πρόγονοί μας τότε πίστευαν ότι η συγκρότηση του κοινού συμφέροντος είναι η σύνθεση των επιμέρους συμφερόντων,των επιμερους πολιτειών. Γι αυτό και στην κεντρική δημογεροντία –αυτό που λέμε σήμερα κυβέρνηση- οι αποφάσεις έπρεπε να είναι ομόφωνες.Διαφορετικά υπήρχε ο κίνδυνος κάποια άτομα να αυτονομηθούν έναντι της σύνολης κοινωνίας και να διασπαστεί το κοινό.
Εμείς σήμερα όταν λέμε σύστημα κοινοβουλευτικόν δεν εννοούμε αυτό το σύστημα, αλλά αυτό που μεταφυτεύτηκε από τη δύση στην Κύπρο και υιοθετήθηκε από την τοπική –οικονομική και πολιτική –ολιγαρχία. Και «προοδεύσαμεν».
Υποστηρίζω,λοιπόν, ότι είναι προς το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας η κατάργηση των εγγυήσεων και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης πολιτείας καθώς και η συμπολιτειακή/συνομοσπονδιακή μορφή οργάνωσης αυτής της πολιτείας. Η τυχόν δημιουργία μιας συμπολιτείας δεν θα είναι μόνο κατάκτηση για τους Κύπριους πολίτες αλλά για ολόκληρο τον κόσμο, αφού μπορεί να αποτελέσει μια μορφή πιο δημοκρατικής πολιτικής οργάνωσης, πρότυπο και για άλλους λαούς.
Τα περί ομόσπονδου προεδρικού συστήματος, τα περί δημιουργία μιας νέας ταυτότητας από το κράτος στους πολίτες για να το υπηρετούν «ειρηνικά», για μένα συνιστούν επιλογές που δεν έχουν καμία απολύτως ιστορική ή επιστημονική τεκμηρίωση. Είναι εφευρήματα των όπου γης ολιγαρχικών και των φερεφώνων τους – αφελών και συνειδητών - για να συνεχίσουν να νέμονται πλούτο , προνόμια και εξουσία σε βάρος των λαών μέσα στις νέες παγκοσμοποιημένες συνθήκες. Για μένα πρόοδος είναι η ενίσχυση της ελευθερίας του ανθρώπου και όχι η κατοχύρωση της εξουσίας του κάθε ολιγαρχικού με διάφορες συνθηματολογίες και ευσεποθισμούς.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Το κυπριακό πρόβλημα ως ελευθερία

Στην ιστορία και την πολιτική μπορεί να αντικρύζεις και να ερμηνεύεις την πραγματικότητα είτε ως δύναμη είτε ως εξουσία είτε ως ελευθερία. Οι ολιγαρχικοί έχουν κάθε συμφέρον να προσεγγίζουν τα πράγματα με βάση τη δύναμη ή την εξουσία γιατί έτσι διαποτίζουν τη συνείδηση της κοινωνίας ότι αυτή είναι η πραγματικότητα, δηλαδή το συμφέρον των λίγων. Αυτή η προσέγγιση είναι η κυρίαρχη μέσα στα κόμματα- έτσι τους συμφέρει -, τους ειδικούς – έτσι τους συμφέρει αφού πωλούν «την πραμάτεια» τους και αποκομίζουν πλούτο, προνόμια και εξουσία -, το κεφάλαιο –έτσι το συμφέρει. Και το κυπριακό πρόβλημα αντικρύζεται με βάση τούτη την κυρίαρχη λογική.
Το συμφέρον της κοινωνίας – όχι το λεγόμενο εθνικό, γενικό ή δημόσιο συμφέρον – επιβάλλει να αντικρύζεις την πραγματικότητα με βάση την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών.
Σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα αυτή η προσέγγιση υποδηλώνει δυο παραδοχές.
1.Όταν οι Ελληνοκύπριοι υποστηρίζουν ότι το κυπριακό πρόβλημα είναι «πρόβλημα εισβολής και κατοχής»- ανεξάρτητα αν δεν αντικατοπτρίζει την ιστορική πραγματικότητα- αυτό σαφέστατα εκφράζει μια αυτονόητη αρχή. Δηλαδή η απαίτηση των Ελληνοκυπρίων είναι η κατοχύρωση της ελευθερίας έναντι τρίτου «άλλου»,έναντι δηλαδή ενός ξένου κράτους. Στην πράξη η ελευθερία έναντι τρίτου σημαίνει ότι εξασφαλίζεται και η ισότητα του κράτους έναντι όλων των άλλων κρατών.
Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορείς να δημιουργήσεις μια πολιτεία , αν δεν είσαι ελεύθερος απέναντι σε ξένες δυνάμεις/κράτη. Τότε ισχύει αυτό που είπε κάποτε το ΑΚΕΛ για «κηδευομένη ανεξαρτησία».
Επομένως μια βασική αρχή για λύση του κυπριακού είναι η ελευθερία έναντι τρίτου, που διεκδικούσαν και διεκδικούν οι Ελληνοκύπριοι. Και ο Ταλάτ όταν επιμένει σε τουρκικές εγγυήσεις ουσιαστικά τορπιλλίζει την προσπάθεια για λύση.Γιατί εννοεί τη δημιουργία όχι μιας ελεύθερης πολιτείας,αλλά μιας εξαρτημένης.
2. Από την άλλη όταν οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν «πολιτική ισότητα» προβάλλουν επίσης μια αυτονόητη αρχή. Ότι δηλαδή οι ίδιοι ως εθνοτική ομάδα θέλουν να έχουν το δικαίωμα να αυτοκαθορίζονται – όπως και οι Ελληνοκύπριοι – και να μην μετατραπούν σε μειονότητα πολιτική. Δηλαδή οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν να είναι ελεύθεροι στα πλαίσια της πολιτείας που θα εγκαθιδρυθεί.
Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορείς να αρνείσαι την ελευθερία της όποιας εθνοτικής ομάδας. Είναι αστείο να λες «θέλω εγώ να είμαι ελεύθερος αλλά όχι και εσύ».Οι Ελληνοκύπριοι λοιπόν οφείλουν να σεβαστούν την ελευθερία των Τουρκοκυπρίων, όπως απαιτούν από τους τρίτους άλλους να σεβαστούν τη δική τους ελευθερία.

Τελικά η αρχή που διακυβεύεται στο κυπριακό πρόβλημα είναι μόνο μία, η διεκδίκηση της ελευθερίας: οι Ελληνοκύπριοι έναντι τρίτων και οι Τουρκοκύπριοι εντός του κράτους για να μην μετατραπούν σε πολιτική μειονότητα. Και οι δυο αρχές είναι προς το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας να επικρατήσουν. Και το πιο σημαντικό , δεν μπορούν να είναι διαπραγματεύσιμες, είναι δηλαδή εκ των ων ουκ άνευ για τη λύση του κυπριακού.
Γι αυτό και τα «πάρε-δώσε» , μια κατεξοχήν οικονομίστικη προσέγγιση ενός πολιτικού προβλήματος, δε με βρίσκουν σύμφωνο. Γιατί δεν μπορώ να ζητήσω από τον οποιοδήποτε να διαπραγματευτεί την ελευθερία του στα πλαίσια ενός «πάρε-δώσε». Υπάρχουν πολιτικές αρχές που είναι αδιαπραγμάτευτες, εάν θέλουμε να ονομαζόμαστε ακόμα «άνθρωποι».
Φυσικά στην πράξη αυτό που επικρατεί σήμερα διεθνώς και στην Κύπρο, είναι ο νόμος της δύναμης. Έτσι ουσιαστικά στο κυπριακό πρόβλημα θα ικανοποιηθούν οι διεθνείς και τοπικοί ηγεμόνες με βάση τη δύναμή τους, αλλά απομειώνοντας ταυτόχρονα την ελευθερία των πολιτών και της συνολικής κοινωνίας. Δηλαδή αυτό που ονομάζουν κάποιοι συμβιβασμό είναι πόσες ελευθερίες θα αφαιρέσουν από τους πολίτες και τη συνολική κοινωνία (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους )και να τις δώσουν στη Τουρκία,στην Ελλάδα, στη Βρετανία, στο Χριστόφια, στον Ταλάτ και πάει λέγοντας.Ό,τι απομείνει θα είναι ο ενωμένος και περήφανος κυπριακός λαός!!!