Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Το κυπριακό πρόβλημα ως ελευθερία: η συνέχεια μιας ερμηνείας με βάση την ιστορία

Στις 14/3/2009 δημοσίευσα σε αυτό το ιστολόγιο ένα κείμενο με τίτλο «Το κυπριακό πρόβλημα ως ελευθερία». Τούτο το κείμενο αποτελεί μια συνέχεια.
Από το 1878 ως τα σήμερα, αν εξετάσεις την αντιπαράθεση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μπορεί να καταλήξεις σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.
Σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο από το 1878 ως σήμερα οι Ελληνοκύπριοι προέβαλλαν το αίτημα της ένωσης( ως το 1967 ),της ανεξαρτησίας (ως το 1974 ), της απαλλαγής από τις βρεττανικές βάσεις και από την τουρκική εισβολή και κατοχή . Τα αιτήματα αυτά, αν και ακούγονται πολύ διαφορετικά, εντούτοις όλα έχουν ένα κοινό υπόβαθρο: οι Ελληνοκύπριοι θεωρούσαν ως πρώτη προτεραιότητα τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους έναντι τρίτου άλλου κράτους, την απαλλαγή από τους ξένους ή την απόκτηση της εθνικής ελευθερίας με το περιεχόμενο που αποδίδεται σε κάθε ιστορική συγκυρία.
Από την άλλη οι Τουρκοκύπριοι, έχοντας συνείδηση ότι αποτελούν μειονότητα εντός της σύνολης κοινωνίας, αρχικά προσδέθηκαν στον Άγγλο κατακτητή, μετά ζητούσαν επιστροφή της Κύπρου στον προηγούμενο κατακτητή –Οθωμανό, Τούρκο – μετά ζητούσαν διχοτόμηση της Κύπρου , μετά υιοθέτησαν μια λογική δημιουργίας δικού τους κράτους με τη βοήθεια της μητέρας πατρίδας τους Τουρκίας. Δηλαδή κινούνται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από ότι οι Ελληνοκύπριοι.
Ενώ λοιπόν οι Ελληνοκύπριοι έχουν ως προτεραιότητα την ελευθερία έναντι τρίτου κράτους, οι Τουρκοκύπριοι επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή διαχρονικά επιζητούσαν την εξάρτηση από ξένο κράτος, κάτι που παρατηρείται ως τις μέρες μας. Αυτή η προσέγγιση των Τουρκοκυπρίων πηγάζει από την αντίληψη ότι, όντας πληθυσμιακή μειονότητα, θα μετατραπούν και σε πολιτική μειονότητα, κάτι που δεν αποδέχονται είτε για ιστορικούς λόγους είτε λόγω του αναπτύγματος της ελευθερίας τους στο παρόν.
Όσο και αν παρουσιάζονται οι διαφορές αγεφύρωτες, εντούτοις δεν είναι. Αν πάρουμε ως βάση ότι το ζητούμενο για τον άνθρωπο είναι η διεύρυνση της ελευθερίας του, τότε αυτό σημαίνει κάποιες παραδοχές.
1.Η ελευθερία έναντι τρίτου κράτους, αυτό που σήμερα ονομάζεται ανεξαρτησία, είναι η βάση για τη θεμελίωση κάθε ελεύθερης πολιτείας. Επομένως στα πλαίσια μιας λύσης είναι αδιανόητο να υπάρχουν εγγυήσεις και συμμαχίες και παρουσίες ξένων στρατών. Αυτό ικανοποιεί τους Ελληνοκύπριους που είχαν πάντοτε ως στόχο την ελευθερία έναντι τρίτου κράτους.
2. Η ελευθερία εντός του κράτους είναι επίσης μια προοδευτική βάση για θέσμιση μιας κοινωνίας. Επομένως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η αυτονομία, η ελευθερία των δύο κοινοτήτων/πολιτειών/κρατών.Ακόμα και το δικαίωμά τους να συνάπτουν διεθνείς συμβάσεις. Αυτές οι δύο πολιτείες θα συστήσουν μια συμπολιτεία ως έκφραση του κοινού συμφέροντος ή αυτό που ονομάζεται συνομοσπονδία. Οι αποφάσεις στα συνομοσπονδιακά όργανα θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση την ομοφωνία για να κατοχυρώνεται το κοινό συμφέρον. Η έννοια της συμπολιτείας/συνομοσπονδίας δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση για τον άνθρωπο αλλά πρόοδο, γιατί θα γίνει κατορθωτό να αποσπαστεί το πολιτικό σύστημα από το κράτος και να αποδοθεί στην κοινωνία. Αυτό ικανοποιεί τους Τουρκοκύπριους που είχαν πάντοτε ως στόχο να μην μετατραπούν σε πολιτική μειονότητα.
Μορφή συμπολιτείας –όχι ομοσπονδίας-αποτελεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού κάποιοι επικαλούνται τις ευρωπαίκές αξίες για τη λύση. Αποτελείται από πολλά κράτη, με τα δικά τους πολιτικά συστήματα, αποτελείται από πολλά έθνη αλλά ταυτόχρονα όλοι είναι Ευρωπαίοι, εκχωρούν αρμοδιότητες στην ΕΕ. Αυτό το μοντέλο μπορεί να μεταφερτεί στο εσωτερικό του κυπριακού κράτους. Σίγουρα είναι πιο φιλελεύθερο να αποφασίζουν πολλοί εκπρόσωποι όλων των κρατών, γιατί έτσι κατοχυρώνονται τα συμφέροντα όλων τυπικά παρά να αποφασίζει ένας εκλεγμένος από όλους(λογική ενιαίου και κυρίαρχου κράτους). Το ενιαίο και κυρίαρχο κράτος είναι κληρονομιά της φεουδαρχίας. Γιατί με το κράτος απλώς μεταφέρθηκε η ενιαία και κυρίαρχη προσωπική εξουσία του μονάρχη, στη νομική κατασκευή που λέγεται κράτος.
Μορφή συμπολιτείας ως πολιτικό σύστημα είχαν και οι μακρινοί μας πρόγονοι, όταν το 1830 και 1838 αποφάσισαν να συστήσουν στην Κύπρο, υπό Οθωμανική κατοχή, σύστημα «κοινοβουλευτικόν». Αυτονόητα για τους ανθρώπους τότε σήμαινε ότι αντιπροσωπεύοναι όλες οι επαρχίες της Κύπρου. Το κοινόν ήταν το αποτέλεσμα της συμμετοχής των επιμέρους ελληνοκυπριακών πολιτειών στη συγκρότηση της κεντρικής πολιτείας. Δε συγκροτήθηκε η κεντρική πολιτεία και μετά έδωσε αρμοδιότητες στα επιμέρους κοινά. Αλλά τα υπάρχοντα κοινά-τοπικά,επαρχιακά-συγκρότησαν την κεντρική πολιτεία. Ή διαφορετικά, οι πρόγονοί μας τότε πίστευαν ότι η συγκρότηση του κοινού συμφέροντος είναι η σύνθεση των επιμέρους συμφερόντων,των επιμερους πολιτειών. Γι αυτό και στην κεντρική δημογεροντία –αυτό που λέμε σήμερα κυβέρνηση- οι αποφάσεις έπρεπε να είναι ομόφωνες.Διαφορετικά υπήρχε ο κίνδυνος κάποια άτομα να αυτονομηθούν έναντι της σύνολης κοινωνίας και να διασπαστεί το κοινό.
Εμείς σήμερα όταν λέμε σύστημα κοινοβουλευτικόν δεν εννοούμε αυτό το σύστημα, αλλά αυτό που μεταφυτεύτηκε από τη δύση στην Κύπρο και υιοθετήθηκε από την τοπική –οικονομική και πολιτική –ολιγαρχία. Και «προοδεύσαμεν».
Υποστηρίζω,λοιπόν, ότι είναι προς το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας η κατάργηση των εγγυήσεων και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης πολιτείας καθώς και η συμπολιτειακή/συνομοσπονδιακή μορφή οργάνωσης αυτής της πολιτείας. Η τυχόν δημιουργία μιας συμπολιτείας δεν θα είναι μόνο κατάκτηση για τους Κύπριους πολίτες αλλά για ολόκληρο τον κόσμο, αφού μπορεί να αποτελέσει μια μορφή πιο δημοκρατικής πολιτικής οργάνωσης, πρότυπο και για άλλους λαούς.
Τα περί ομόσπονδου προεδρικού συστήματος, τα περί δημιουργία μιας νέας ταυτότητας από το κράτος στους πολίτες για να το υπηρετούν «ειρηνικά», για μένα συνιστούν επιλογές που δεν έχουν καμία απολύτως ιστορική ή επιστημονική τεκμηρίωση. Είναι εφευρήματα των όπου γης ολιγαρχικών και των φερεφώνων τους – αφελών και συνειδητών - για να συνεχίσουν να νέμονται πλούτο , προνόμια και εξουσία σε βάρος των λαών μέσα στις νέες παγκοσμοποιημένες συνθήκες. Για μένα πρόοδος είναι η ενίσχυση της ελευθερίας του ανθρώπου και όχι η κατοχύρωση της εξουσίας του κάθε ολιγαρχικού με διάφορες συνθηματολογίες και ευσεποθισμούς.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Το ευρωκοινοβούλιο, ο "ψευτοκοινοβουλευτισμός" και η "απεργία των εκλογέων"

Το ευρω-κοινοβούλιο σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτελεί ένα διακοσμητικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αρμοδιότητες ανήκουν σε άλλα όργανα – αιρετά ή διορισμένα - και απλώς σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του ευρωκοινοβουλίου.
Η ύπαρξη του ευρωκοινοβούλιου πιο πολύ μπορεί να αντικρυστεί ως ένα θέσμος που δημιουργήθηκε σε απομίμηση των κρατικών κοινοβουλίων, ώστε η ΕΕ να αποκτήσει νομιμοποίηση στα διάφορα κράτη και τους λαούς. Με το ευρωκοινοβούλιο δινόταν η άισθηση μιας «δημοκρατικής ΕΕ» και ταυτόχρονα η κομματική συμμετοχή κατοχύρωνε τη νομιμοποίησή του σε επίπεδο κρατών. Μια νομιμοποίηση που αφορούσε την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, των οποίων τα συμφέροντα εκφράζει η ΕΕ.
Το αστείο του πράγματος είναι ο εκλογικός αγώνας των κομμάτων και άλλων για να καταλάβουν τις θέσεις των ευρωβουλευτών. Αγωνίζονται «δαπάναις του δυστυχούς λαού» να καταλάβουν θέσεις διακοσμητικές!!! Δηλαδή γιατί κάποιος να θέλει να συμμετέχει σε ένα σώμα το οποίο ουσιαστικά δεν έχει αρμοδιότητες; Δεν είναι προσβλητικό να μαζεύονται μερικές εκατοντάδες ευρωβουλευτές και να χαριεντίζονται ασκόπως; Και οι λαοί να τους συντηρούν απλώς γιατί πρέπει να υπάρχουν ως σώμα -σφραγίδα;
Και τα κόμματα γνωρίζοντας την αναποτελεσματικότητα του ευρωκοινοβουλίου ουσιαστικά θέτουν διάφορα άλλα ζητήματα – άσχετα με τις ευρωεκλογές - για να παρασύρουν τους πολίτες να ψηφίσουν. Και αρκετοι πολίτες, γνωρίζοντας το διαμοσμητικό χαρακτήρα του ευρωκοινοβουλίου, αρνούνται να συμμετέχουν σε αυτή την κωμωδία.
Το θέατρο του παραλόγου αποκτά εξωπραγματικές διαστάσεις όταν με όπλο τη διαφήμιση η ΕΕ, τα κόμματα, οι υποψήφιοι και τα ΜΜΕ προσπαθούν να μας πείσουν ότι το διακύβευμα είναι μεγάλο!!!Και πλασάρουν ένα σωρό ανοητολογήματα για να εξαπατήσουν τους πολίτες να στείλουν τους ίδιους και όχι κάποιους άλλους σε μια «παιδική χαρά»!!! Μια παιδική χαρά χωρίς το στοιχείο της αθωωτότητας, αφού τα κίνητρα των χαριεντιζομένων είναι ιδιοτελή.
Ανεξάρτητα αν η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία πέτυχε με την προπαγάνδα της να επιδράσει στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ώστε να ταυτίζουν τον υφιστάμενο κοινοβουλευτισμό με τη δημοκρατία, οι πρόγονοί μας είχαν μια πιο σαφή αντίληψη της πραγματικότητας, όταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες αποφάσισαν να μεταφέρουν στους «καθυστερημένους» Κύπριους την ανωτερότητα του πολιτικού πολιτισμού τους. Έγραφαν λοιπόν το 1924 τα ελληνικά μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου της Κύπρου στον υπουργό αποικιών :
«Το νησί είχε από το 1882 ένα σύναγμα ψευτοκοινοβουλευτικού χαρακτήρα παρόμοιο μ΄εκείνα που επινοούνται για τους υπόδουλους λαούς, που έχουν σαν στόχο μάλλον τη διαφθορά τους παρά τον εκπολιτισμό τους. Εξαιτίας αυτών των πολιτικών συστημάτων δεν εξασφαλίζεται κανένα από τα πραγματικά οφέλη των πραγματικών κοινοβουλευτικών συνταγμάτων, ενώ το μοναδικό αποτέλεσμα για το λαό είναι τα δεινά της διχόνοιας και των πολιτικών διαπληκτισμών. Αυτό το σύστημα έχει ξεπέσει εντελώς στη συνείδηση του κυπριακού λαού, έχει καταδικαστεί από το λαό μ΄ έναν τρόπο που δείχνει την ακλόνητη απόφασή του να μη δεκτέι αυτή την κοινοβουλευτική κοροϊδία, με την οποία από τη μια η θέλησή του καταπατείται και εκμηδενίζεται, και από την άλλη δεν μπορεί να ασκηθεί κανένα πραγματικό δικαίωμα ενεργού συμμετοχής στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεών του». Και ενώ στη Κύπρο ασκείται κριτική στο πολιτικό σύστημα συνολικά (κοινοβουλευτισμός), στη Γαλλία τα ίδια χρόνια η κριτική αφορά τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα (ψήφος).
Ο Κ. Βεργόπουλος σε ένα άρθρο του στην εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (22/5/2009) παραθέτει ένα κείμενο του Γάλλου συγγραφέα Οκτάβιου Μιρμπό (1848-1917) με τίτλο «Απεργία των εκλογέων»:
« Θυμήσου ότι ο άνθρωπος που ζητά την ψήφο σου είναι οπωσδήποτε ανέντιμος. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο:σε αντάλλαγμα για την κατάσταση και την περιουσία στην οποία με την ψήφο σου τον τοποθετείς, σου προσφέρει ένα σωρό υπέροχες υποσχέσεις, που φυσικά δεν πρόκειται να τηρήσει και των οποίων η τήρηση δεν εξαρτάται από αυτόν.... Τα προβατα οδεύουν στο σφαγείο. Δεν ομιλούν , δεν ελπίζουν σε τίποτα. Όμως, τουλάχιστον, δεν ψηφίζουν προκειμένου να εκλέξουν τον αφαγέα που θα τα σφάξει, ούτε, ακόμη λιγότερο, δεν εκλέγουν τον αστό που τα καταβροχθίζει στο τραπέζι του. Περισσότερον ζώον από τα ζώα, περισσότερον πρόβατο από τα πρόβατα, ο εκλογέας διορίζει το σφαγέα του και επιλέγει τον αστό του.(Και να σκεφτεί κανείς ότι ) έκανε Επαναστάσεις προκειμένου να κατακτήσει αυτό το δικαίωμα».
Ας στοχαστούμε λοιπόν τι είναι αυτό που κάνουμε, τι είναι αυτό που μας ζητούν να κάνουμε εν όψει ευρωεκλογών. Βιαστείτε, γιατί δεν ξέρετε για πόσο χρόνο θα επιτρέπεται ακόμα ο στοχασμός.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Η ιστορία ως μετάνοια ή από το "ρωμαλέο έθνος" στο "μετανοημένο έθνος"

Μετάνοια: «το αίσθημα ψυχικής συντριβής, ντροπής ή λύπης που αισθάνεται κανείς, όταν συνειδητοποιήσει το κακό ή το σφάλμα που διέπραξε και η διάθεσή του να αλλάξει τρόπο σκέψεως, να το επανορθώσει και να συγχωρηθεί. ΣΥΝ. Παράκληση, ικεσία». Αυτά αναφέρει στο λεξικό του ο κ. Μπαμπινιώτης.
Εγώ δε θα αναφεθώ στην ατομική μετάνοια. Είναι προσωπική υπόθεση. Θα αναφερθώ στη νέα κατασκευή του παρόντος, τη γενικευμένη μετάνοια ή τη συλλογική μετάνοια.
Αυτή η σκέψη μου ήρθε στο μυαλό προσπαθώντας να κατανοήσω τα όσα διαδραματίζονται στην Κύπρο με αφορμή την ιστορία και την επικέντρωση στα εγκλήματα που διεπράχθησαν από κάποιους Ελληνοκύπριους και κάποιους Τουρκοκύπριους.
Τό ό,τι διεπράχθησαν εγκλήματα είναι αδιαμφισβήτητο και από τις δύο πλευρές. Η ιστορία πιθανόν να τα καταγράψει, αν και είναι πιο σημαντικό να κατανοήσει κάποιος το «κινούν αίτιον» των εγκλημάτων, δηλαδή τις συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που γέννησαν τα εγκλήματα στηριγμένος στο εμπειρικό υλικό των πηγών. Για να καταλάβουμε γιατί τότε εγκληματούσαν οι μεν εναντίον των δε.
Επίσης κάποιος μπορεί να επικεντρωθεί στα εγκλήματα για να επιζητήσει την απόδοση πολιτικών ή και ποινικών ευθυνών. Και είναι θεμιτό ή ακόμα και επιβεβλημένο.
Το πρόβλημα είναι άλλο. Δηλαδή καταβάλλεται μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσει ο λαός ότι «Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εγκληματίσαμε τότε» και να ενοχοποιηθούν τα εθνοτικά σύνολα του παρελθόντος. Στη συνέχεια προβάλλεται η θέση ότι σήμερα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι είμαστε ένοχοι στο παρόν και να ζητήσουμε συγνώμη ο ένας από τον άλλο!!!
Δηλαδή χρησιμοποιούνται τα εγκλήματα κάποιων του παρελθόντος για να ενοχοποιηθούν συλλήβδην Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι και στη συνέχεια, το εγκληματικό παρελθόν κάποιων προβάλλει την ανάγκη στο παρόν για μετάνοια όλων!!! Αυτή την προσέγγιση ονομάζω χρήση της ιστορίας ως μετάνοιας.
Κάποιες επισημάνσεις είναι αναγκαίες:
1. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει κάποια επιστημονική βάση. Εξυπηρετεί κάποιες ιδεοληψίες του παρόντος. Και απλώς βρίσκονται κάποιοι ιστορικοί που χρησιμοποιούν την ιστορική γνώση για να υποτάξουν τους ανθρώπους σήμερα στα κελεύσματα των τοπικών και διεθνών ηγεμόνων.
2. Είναι ηθικολογική αφού η επικέντρωση στα εγκλήματα του παρελθόντος στοχεύει στη μετάνοια των τωρινών. Η μετάνοια ως μετα-φυσική και ηθικο-λογική προσέγγιση της πραγματικότητας είναι βαθιά α-πολιτική. Δηλαδή ένα πρόβλημα πολιτικό του παρόντος ,που απαιτεί μια πολιτική απάντηση, μεταμφιέζεται. Προσαρμόζω την ιστορία σε μια ανάγκη ηθική του παρόντος, να ζητήσω συγγνώμη εγώ σήμερα για τους ομοεθνείς που εγκλημάτισαν τότε!!!
3. Ταυτόχρονα αυτή η ηθικολογική προσέγγιση λειτουργεί στη βάση της ανήθικα. Δηλαδή στην αδυναμία των τωρινών να δώσουν πολιτική απάντηση σε ένα πρόβλημα, ενοχοποιείται το παρελθόν. Έτσι η ευθύνη μεταφέρεται από τις τωρινές γενιές στις περασμένες στα πλαίσια μιας εικονικής αθώωσης των τωρινών ηγεμόνων.
Έτσι πλάθεται ο μύθος, δηλαδή κατασκευάζεται μια ιστορία για κατανάλωση από τους «αμαθείς», ότι οι Ελληνοκύπριοι ή Τουρκοκύπριοι εγκλημάτισαν ο ένας σε βάρος του άλλου. Φυσικά αυτη η αφελής προσέγγιση είναι ιστορικά αστήρικτη και εδράζεται σε μια ρατσιστική λογική. Γιατί δεν είναι όλοι οι Ελληνοκύπριοι ή οι Τουρκοκύπριοι εγκληματίες ,αλλά έχουν συγκεκριμένα ονόματα!!!
4. Η γενικευμένη ενοχοποίηση του παρελθόντος στοχεύει στη γενικευμένη μετάνοια. Από πολιτική άποψη αυτό σημαίνει τη δημιουργία ενός ατόμου-καταναλωτή, όχι πολίτη, που θα είναι συνειδητά αποκομμένο από το παρελθόν, χωρίς ιστορική μνήμη, ένα άτομο που θα είναι απο-συνδεδεμένο και ξερι-ζωμένο και περιορισμένο στον εαυτό του, το εφήμερο και το φευγαλέο. Κανένας δε θα θέλει να ταυτίζεται με το «ένοχο παρελθόν» του.
5. Η εργαλειοποίηση της ιστορίας από επαγγελματίες ηθικολόγους μεταλλαγμένους σε εκσυγχρονιστές ιστορικούς αγγίζει τα όρια της γελοιότητας αφού η βάση της προσέγγισής τους είναι η αναδρομική αγανάκτηση ή έκφραση εκδικητικού πνεύματος απέναντι σε ένα παρελθόν με τη μορφή μιας θρηνολογίας: θρηνούμε για τα εγκλήματα του τότε, θρηνούμε γιατί υπάρχει ο φόβος να επανέλθουν!!!
6.Αυτή η εκσυγχρονιστική προσέγγιση της ιστορίας – που δεν είναι ιστορία – στοχεύει στη δημιουργία μιας νέας ενιαίας σκέψης που θα αντικαταστήσει την απελθούσα εθνοκρατική ενιαία σκέψη. Χρησιμοποιεί τις ίδιες ακριβώς μεθόδους στα πλαίσια του κράτους και είναι το ίδιο φανατική όπως η εθνοκρατική προσέγγιση. Δεν αποδέχονται οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση της πραγματικότητας και στοχεύουν στη δημιουργία νέων «ψευδών συνειδήσεων». Είναι δηλαδή εχθροί της πολλαπλότητας των ερμηνειών του ιστορικού γίγνεσθαι, δηλαδή των απόψεων πάνω στην κοινωνική εξέλιξη. Βασικά είναι κληρονόμοι και φύλακες –όπως ακριβώς και στο πολιτικό σύστημα- του θεολογικού/θρησκευτικού δογματισμού του μεσαίωνα και απεχθάνονται την ελεύθερη σκέψη.
7. Αυτή η πρόσληψη και η ερμηνεία της πραγματικότητας τους ωθεί στο ηθικολογικό δίλημμα: με τους «καλούς» ή με τους «κακούς». Ή ακόμα χειρότερα : «να τοποθετηθείς ξεκάθαρα»!!! Με τέτοιες υπερ-απλουστεύσεις προσεγγίζουν την πραγματικότητα. Και όσο αυξάνεται η ανοησία και η κακο-ήθεια, τόσο οι νέοι «ευαγγελιστές» γίνονται πιο αδιάλλακτοι. Γιατί η αδιαλλαξία αυξάνεται με την ασημαντότητα. Η μία και μόνη ασημαντότητα, ξεχνούν από άγνοια ή εσκεμμένα, πως συμβαδίζει με την αναγωγή στον Χίτλερ.
Συμπέρασμα: οι εκσυγχρονιστές/ νεο-εθνοκρατιστές είναι τόσο επικίνδυνοι όσο και οι παραδοσιακοί εθνοκρατιστές. Γιατί δεν έχουν καμία απολύτως πολιτική πρόταση.
Και οι μεν και οι δε ταυτίζουν το έθνος και το πολιτικό σύστημα με το κράτος. Οι μεν εκφράζουν «το ρωμαλέο έθνος» , οι δε «το μετανοημένο έθνος». Είναι και οι δυο εξουσιοκεντρικοί και αδυνατούν να δώσουν πολιτικές προτάσεις για τα προβλήματα του παρόντος. Και οι μεν ονειρεύονται τις δόξες του παρελθόντος και οι δε προσδοκούν ένα φαντασιακό κοσμοπολιτισμό. Είναι δηλαδή εκτός πραγματικότητας. Συγχύζοντας όμως την προσδοκία με την πραγματικότητα προάγουν συνειδητά ή ασυνείδητα νέες τυραννίες σε βάρος των πολιτών και της κοινωνίας.
Και ο πολίτης; Είναι ελεύθερος να επιλέξει το «δήμιό» του!!! Δηλαδή αποφασίζει ότι θα είναι το παντοτινό θύμα!!!

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

O κ. Λυσσαρίδης και η επιχειρηματολογία του ενάντια στις αναφορές για συνεταιρισμό των δυο κοινοτήτων το 1960

Υποστηρίζει λοιπόν ο Β. Λυσσαρίδης στην επιστολή του προς το Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι « άλλο εγγυημένη συμμετοχή στα πολιτειακά όργανα και άλλο συνεταιρισμός».Με αυτή την ουσιώδη επισήμανση ο Β. Λυσσαρίδης αναφέρεται στο πολιτειακό καθεστώς της Κύπρου το 1960 για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν συνεταιρισμός δύο κοινοτήτων, αλλά ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα απολάμβανε μια εγγυημένη συμμετοχή στα πολιτειακά όργανα.
Είναι έτσι τα πράγματα;

Αν υποθέσουμε ότι έχει δίκιο ο κ. Λυσσαρίδης. Τότε οφείλει να εξηγήσει ποιο ήταν το περιεχόμενο των 13 σημείων που υπέβαλε ο Μακάριος για αναθεώρηση του συντάγματος το 1963; Ποια ήταν η επιδίωξη του Μακαρίου τότε;
Με βάση τη λογική Λυσσαρίδη ότι το πολιτικό σύστημα τότε δεν ήταν συνεταιρισμός αλλά εγγυημένη συμμετοχή, να υποθέσουμε ότι ο Μακάριος με τα 13 σημεία επιδίωκε να μην είναι εγγυημένη η συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων;
Φυσικά ο Μακάριος δεν υπέβαλε ποτέ τέτοιο αίτημα. Και εδώ ακριβώς ο κ. Λυσσαρίδης συγχύζει την προσδοκία με την πραγματικότητα.
Γιατί με τα 13 σημεία το 1963 ο Μακάριος επιδίωκε αυτό που θεωρεί ως δεδομένη πραγματικότητα σήμερα ο κ. Λυσσαρίδης, δηλαδή ο συνεταιρισμός των δύο κοινοτήτων να μετατραπεί σε εγγυημένη συμμετοχή της μειονότητας στα πολιτειακά όργανα.
Κάτι τέτοιο όμως ουδέποτε έγινε αποδεκτό από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Επομένως αυτό το επιχείρημα του κ. Λυσσαρίδη δεν πείθει αφού συγχύζει την προσδοκία με την πραγματικότητα ή πιο σωστά εκλαμβάνει το φαντασιακό ως πραγματικότητα.

Ένα δεύτερο επιχείρημα που προβάλλει ο κ. Λυσσαρίδης για να τεκμηριώσει τη θέση του πως το πολιτειακό καθεστώς δεν ήταν συνεταιρικό, είναι η στάση του ΟΗΕ το 1964. Ειδκότερα ο κ. Λυσσαρίδης αναφέρει στην επιστολή του:
«Η συνεχής αναφορά σε συνεταιρισμό επιτρέπει συνέχιση της εκτροπής. Αυτό το θέμα έχει διευθετηθεί από το 1964.Όταν οι Τουρκοκύπριοι, πιεζόμενοι από την Άγκυρα, εγκατέλειψαν τα πολιτειακά σώματα προβλήθηκε από Τουρκικής πλευράς η άποψη ότι δεν υπάρχει πια Κυπριακή Δημοκρατία γιατί κάθε πλευρά (Ελληνοκυπριακή και Τουρκοκυπριακή) έχει το δικό της μέρισμα στην κρατική οντότητα.Ολόκληρη η ανθρωπότητα απέρριψε την Τουρκική θέση και αναγνώρισε ως κυβέρνηση της Κύπρου (ολόκληρου του λαού και ολόκληρης της γεωγραφικής επικράτειας) την κυβέρνηση Μακαρίου και όλες τις μετέπειτα Κυπριακές κυβερνήσεις».
Τα γεγονότα έτσι όπως τα περιγράφει ο κ. Λυσσαρίδης σίγουρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όμως είναι μια ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας τελείως επιφανειακή.
Εννοώ ότι η στάση του ΟΗΕ τότε ήταν μονόδρομος, δηλαδή εκ των πραγμάτων δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αναγνωρίσει την κυβέρνηση της Κύπρου ως νόμιμη κυβέρνηση του κράτους. Από τη στιγμή που οι Τουρκοκύπριοι το 1964 δεν ήλεγχαν έδαφος, δεν είχαν και τη δυνατότητα να συστήσουν κράτος. Γιατί η κυρίαρχη πρόσληψη της πραγματικότητας τότε και κατά ένα μέρος σήμερα, είναι το εδαφικό κράτος.
Γι αυτό και οι Τουρκοκύπριοι μεθοδικά από τότε χάραξαν μια στρατηγική ώστε η κοινότητά τους να ελέγξει ένα μέρος του εδάφους, κάτι που πέτυχαν με την τουρκική εισβολή. Δηλαδή η δυναμική από το 1964 και εντεύθεν δεν καθορίστηκε από το τι κέρδισαν οι Ελληνοκύπριοι αλλά το τι έχασαν οι Τουρκοκύπριοι.
Προσωπικά δεν έχω πειστεί από την επιχειρηματολογία του κ. Λυσσαρίδη για το θέμα του συνεταιρισμού ή μη το 1960. Μάλλον είναι απογοητευτική η επιχειρηματολογία ενός πολιτικού άνδρα με τόση πείρα και γνώση. Εκείνο όμως που προκαλεί ανησυχία είναι ο τρόπος που κατανοεί και ερμηνεύει την ιστορική πραγματικότητα.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Η αρχή της πλειοψηφίας στις αρχαίες ελληνικές πόλεις -κράτη

Η αρχή της πλειοψηφίας, όπως και η ισότητα και η ελευθερία και το έθνος, σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα αποκτά και διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με το στάδιο της ανθρωποκεντρικής εξέλιξης.
Στις αρχαίες ελληνικές πόλεις η αρχή της πλειοψηφία στην εκλογή των αρχών αποτελεί ένα προ-δημοκρατικό φαινόμενο. Και ενώ στην εποχή του Σόλωνα θεωρήθηκε μια κατάκτηση του λαού, αργότερα , στην εποχή του Αριστοτέλη, θεωρείται ένα ολιγαρχικό κατάλοιπο.

Η αρχής της πλειοψηφίας στις ολιγαρχίες

Στην προ-δημοκρατική περίοδο, την περίοδο της «έμμεσης αντιπροσώπευσης» οι πολίτες με την ψήφο τους νομιμοποιούσαν τους φορείς της εξουσίας. Και μάλιστα τους εξέλεγαν για μακρό χρονικό διάστημα ( «πολυχρονίους) με αποτέλεσμα ορισμένοι από αυτούς να μεταβάλλονται σε δυνάστες των πολιτών ( «δεσποτικοτέρας αρχής ορεγομένων»).
Σε κάθε πολιτικό σύστημα ,όπως και αυτό της νεοτερικότητας, όπου η πολιτική ταυτίζεται με την εξουσία του κράτους η αρχή της πλειοψηφίας έχει αποκλειστικό πεδίο εφαρμογής την εκλογή του κατόχου της πολιτικής εξουσίας.
Η αρχή της πλειοψηφίας λοιπόν δεν αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας, όπως διατείνονται σήμερα πολιτικοί και ειδικοί,αλλά χαρακτηρίζει τα ολιγαρχικά συστήματα και μάλιστα συναντάται και στις κρατικές δεσποτείες..

Στα προ-δημοκρατικά πολιτικά συστήματα η αρχή της πλειοψηφίας ουσιαστικά καθιστά νόμιμη την εκχώρηση της πολιτικής στην αυτόνομη εξουσία του κράτους και , παράλληλα, νομιμοποιεί και την πολιτική κυριαρχία των κατόχων της. Η ψήφος είναι δηλαδή νομιμοποιητική και διαιτητεύουσα ανάμεσα στους διεκδικητές. Και η κοινωνία, «ο αμαθής όχλος», ιδιωτεύει.
Και επειδή ο «αμαθής όχλος» τους νομιμοποιούσε στη εξουσία αλλά οι άρχοντες ενεργουσαν «κατά το δοκούν» και όχι στη βάση του κοινωνικού συμφέροντος, οι πολίτες αντιδρούν και ξεσπούν ταραχές. Σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό σύστημα της «έμμεσης αντιπροσώπευσης» μετεξελίσσεται στη «άμεση αντιπροσώπευση». Η φύση του πολιτικού συστήματος δεν αλλάζει, η εξουσία παραμένει εκχωρημένη στις αρχές. Αλλά ο πολίτης αποκτά το δικαίωμα να εκλέγει και να ελέγχει «τας αρχάς». Δηλαδή αναγνωρίζεται ως ενολέας και ο φορέας της εξουσίας ως εντολοδόχος.
Παράλληλα την ίδια περίοδο και για να κοπάσουν οι διαμάχες η αρχή της πλειοψηφίας δεν ανάγεται μονοσήμαντα στο ενιαίο εκλογικό σώμα και την καθολική ψηφοφορία που καταλήγουν σε ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι η αρχή της πλειοψηφίας στη νομιμοποιηση των φορέων της εξουσίας με χρονικό ορίζοντα (π.χ. για πέντε χρόνια ) μετατρέπει την εκλογική μειοψηφία σε πολιτική μειονότητα. Και υιοθετήθηκε η αυτοτελής εκπροσώπηση των διαφόρων κοινωνικών υπο – συνόλων ( γεωγραφικών, πολιτισμικών, εθνοτικών) και η εξουσία σταδιακά μεταβάλλεται σε συνοδική.

Η αρχή της πλειοψηφίας στις δημοκρατίες

Στη δημοκρατία της κλασικής περιόδου η αρχή της πλειοψηφίας εφαρμόζεται στα πλαίσια του δήμου, ο οποίος συγκροτήθηκε ως θεσμός της πολιτείας και απέσπασε την πολιτική αρμοδιότητα από το κράτος. Η αρχή της πλειοψηφίας είναι απλώς μια διαρυθμιστική λειτουργία για την έκφραση της αποφασιστικής αρμοδιότητας του δήμου. Η πολιτική λειτουργία ως διαβούλευση και απόφαση λαμβάνει χώρα στην εκκλησία. Ο καθένας μπορεί να πάρει το λόγον και να εκφέρει γνώμη επί του πρακτέου (διαβούλευση, ) και ο δήμος αποφασίζει με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Η αρχή της πλειοψηφίας έχει στιγμιαία διάρκεια αφού η θέληση των πολλών εκλείπει από τη στιγμή που μετατρέπεται σε απόφαση.
Σε σχέση με τις αρχές της πολιτείας (αξιώματα) αυτές αναδεικνύονται με κλήρο ή με εκλογή. Εφαρμόζεται η αρχή « του εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν». Στην πράξη αυτό σημαίνει περιοδική ανάδειξη των πολιτών σε αυτά. Για να επιτευχθεί αυτό η διάρκεια των αξιωμάτων ήταν μικρή και χωρίς δικαίωμα επανεκλογής.
Η εκλογή των αρχών δεν αποτελούσε κίνδυνο για το δήμο, αφού ο ίδιος κατείχε την αποφασιστική αρμοδιότητα. Επιπλέον έλεγχε τις αρχές και μπορούσε να τις παύσει. Οι αρχές δεν ήταν ατομικές αλλά συλλογικές και οι αποφάσεις λαμβάνονταν με ομοφωνία ώστε να μην αυτονομηθούν απέναντι στο λαό και ούτε να διαμορφώσουν ενδοεξουσιαστικές ιεραρχίες. Η συγκρότηση των αρχών ήταν δηλαδή συνοδική. Παράλληλα για να μην υπάρχει κίνδυνος η μειοψηφία να μετατραπεί σε μειονότητα, αναγνωρίζεται η αυτονομία των διαφόρων κοινωνικών υποσυνόλων Δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας εφαρμόζεται μόνο στις συνελεύσεις του κυρίαρχου κοινωνικού σώματος και όχι στα αντιπροσωπευτικά όργανα (τις αρχές). Και αυτά τα αντιπροσωπευτικά σώματα, ενώ προηγουμένως χαρακτηρίζαν το πολιτικό σύστημα αφού κατείχαν την εξουσία, την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, στη δημοκρατία συνιστούν ένα εκτελεστικό θεσμό της πολιτείας.

Μια σύγκριση του τότε και του σήμερα
Αν και οι επιστήμονες θεωρούν ανεπίτρεπτη και ανεδαφική την όποια σύγκριση των αρχαιοελληνικών πολιτικών συστημάτων και των νεοετρικών, αφού έχουν αποφανθεί τελεσιδικά ότι εντάσσονται στις «παραδοσιακές κοινωνίες» ή «προ-νεοτερικές», εκτιμώ ότι η σύγκριση είναι εφικτή, αφού πρόκειται για ανθρωποκεντρικές κοινωνίες με την έννοια ότι υποστασιοποιείται ο ελεύθερος άνθρωπος.Υπάρχει η διαφορά της κλίμακας (πόλης-κράτος, έθνος-κράτος) αλλά αυτό δεν παρεμποδίζει την ποιοτική σύγκριση στη βάση της αναλογίας.
Από άποψη λοιπόν ανθρωποκεντρική τα πολιτικά συστήματα της νεοτερικότητας σε αναλογία με την πολιτειακή εξέλιξη των αρχαιοελληνικών πόλεων – κρατών μπορούν να συγκριθούν με τα αντίστοιχα του 7ου και 6ου π. Χ. αιώνα. Δηλαδή με τα συστήματα εξουσιαστικής κυριαρχίας , τις ολιγαρχίες και τις μοναρχίες της περιόδου «της έμμεσης αντιπροσώπευσης». Αυτονόητα στα νεότερα χρόνια ακόμα δεν έχει κατακτηθεί από τις κοινωνίες η «άμεση αντιπροσωπεύση». Για τη δημοκρατία ούτε λόγος να γίνεται. Απλώς οι νεότεροι βάπτισαν με ονοματοδοσία το πολίτευμά τους δημοκρατία, ενώ δεν έχει καμία συγγένεια με τις αρχές της δημοκρατίας.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Χριστόφιας: "το προεδρικό συμβούλιο είναι ξένο σώμα για την Κύπρο". Είναι;

Σύμφωνα με τον τύπο (ΕΛΕΥΕΘΡΟΤΥΠΙΑ, 5/11/2008) ο Πρόεδρος Χριστόφιας σχολιάζοντας τις τουρκικές θέσεις για την κεντρική εξουσία υποστήριξε ότι «το προεδρικό συμβούλιο είναι ξένο σώμα για την Κύπρο».
Η αναφορά αυτή του Προέδρου μπορεί να προσεγγιστεί με πολλούς τρόπους.
Το προεδρικό συμβούλιο είναι στον παρόντα χρόνο ξένο σώμα για την Κύπρο. Αυτό είναι γεγονός με την έννοια ότι στον παρόντα χρόνο υπάρχει μια μορφή πολιτικού συστήματος διαφορετική, το προεδρικό σύστημα.Εννοείται στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Αυτό όμως υποδηλώνει ότι το προεδρικό σύστημα δεν πρέπει να αλλάξει γιατί οτιδήποτε άλλο αποτελεί ξένο σώμα; Η υιοθέτηση αυτής της λογικής είναι συντηρητική και αντιδραστική. Είναι η ίδια λογική που χρησιμοποιούσαν πάντοτε στην ιστορία οι όποιοι κάτοχοι της εξουσίας για να διατηρήσουν τα προνόμια τους.
Από την άλλη η προσέγγιση αυτή του Προέδρου υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει κάτι καλύτερο για την Κύπρο και τους Κύπριους από το προεδρικό σύστημα. Και γιατί είναι το καλύτερο αυτό το είδος του πολιτικού συστήματος και όχι κάποιο άλλο; Ποιος το έχει αξιολογήσει και έχει αποφανθεί ότι είναι το καλύτερο; Επομένως είναι το καλύτερο σε σχέση με την κυρίαρχη άποψη που επιβάλλεται σήμερα από τα κόμματα των Ελληνοκυπρίων και όχι με βάση κάποιο αντικειμενικό κριτήριο.
Και τελικά ο κ.Χριστόφιας πέρα από αφορισμούς έχει υποχρέωση να εξηγήσει γιατί η προσωποπαγής εξουσία (προεδρικό σύστημα) είναι καλύτερη από το προεδρικό συμβούλιο (συνοδική συγκρότηση της εξουσίας); Και είναι καλύτερη για ποιον; Το λαό ή τους φορείς της εξουσίας (κόμματα);
Από την άλλη ιστορικά δεν επιβεβαιώνεται ο Πρόεδρος. Γιατί το προεδρικό σύστημα στην Κύπρο με την προσωποπαγή εξουσία και τους ανταγωνισμούς ήταν πηγή «κακών» για τους Κύπριους. Και το προεδρικό σύστημα στην Κύπρο δεν έγινε κατορθωτό να λειτουργήσει ουσιαστικά ως κεντρική πολιτεία των δύο κοινοτήτων.Και κατέρρευσε. Επομένως το προεδρικό σύστημα ως κοινή αναφορά των δύο κοινοτήτων είναι κάτι ξένο.
Από την άλλη η συνοδική συγκρότηση της εξουσίας στην Κύπρο, τουλάχιστον για τους Ελληνοκύπριους, δεν είναι και τόσο ξένη, όπως διατείνεται ο κ. Χριστόφιας. Το υπόμνημα των έξι δημάρχων της Κύπρου προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στις 26 Οκτωβρίου 1959 – μια πρακτική σύνηθης ο συντονισμός των δημάρχων κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας – εκφράζει μια προσωποπαγή ή μια συνοδική αντίληψη για τη συγκρότηση του κοινού μας καλού;
Συμπερασματικά υποστηρίζω ότι η συνοδική συγκρότηση της εξουσίας ( προεδρικό συμβούλιο ) δεν είναι ξένη προς τους Κύπριους, όπως διατείνεται ο Πρόεδρος Χριστόφιας. Ξένο σώμα για τους Κύπριους ήταν το προεδρικό σύστημα. Γι αυτό και ο συμβιβασμός με το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα έγινε με τόσο επώδυνους όρους για το λαό.
Θεωρώ λοιπό τη θέση του Προέδρου ότι « το προεδρικό συμβούλιο είναι ξένο σώμα για την Κύπρο» ανιστόρητη
. Ξένο σώμα για την Κύπρο ήταν το προσωποπαγές προεδρικό σύστημα.
Όμως το πιο ανησυχητικό είναι πως με τέτοιες ανεδαφικές προσεγγίσεις, όπως αυτή του Προέδρου, ουσιαστικά τίθεται εν αμφιβόλω η δυνατότητα η όποια λύση να καταστεί και λειτουργική. Θυμίζει το Μακάριο που υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και πανηγύριζε: «νενικήκαμεν». Ύστερα ήθελε να προσαρμόσει τις συμφωνίες στις εθνοκρατικές και δυτικόφερτες αντιλήψεις του. Μια προσαρμογή που συνήδε με το κλίμα της εποχής αλλά ήταν έξω τελείως από την κυπριακή πραγματικότητα. Και το τίμημα ήταν βαρύ για όλους τους Κύπριους.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Η ιστορία του τιμήματος: από το π.Χ.στο μ.Χ. και στην Κύπρο του 2008

Η επιβολή τιμήματος για αποκλεισμό των φτωχών από την πολιτεία δεν είναι νεότερο εφεύρημα. Ανάλογο φαινόμενο παρατηρείται και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις – κράτη.

Το τιμηματικό σύστημα στις αρχαίες ελληνικές πόλεις – κράτη
Ο αποκλεισμός των φτωχών από την πολιτεία στα αρχαία χρόνια και στη βάση του τιμηματικού συστήματος παρατηρείται σε δύο περιόδους.
Στην πρώτη περίοδο, κατά τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, οπόταν και ο άνθρωπος υποστασιοποιείται ως ελεύθερη οντότητα, η γεωκτητική αριστοκρατία θέτει ως προϋπόθεση για την ιδιότητα του πολίτη, της πολιτειότητας, την ιδιοκτησία. Η γεωκτητική αριστοκρατία νομιμοποιείται στην εξουσία στη βάση της καταγωγής αλλά και της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας.
Το τίμημα για να είναι καποιος πολίτης είναι η ιδιοκτησία. Η ψήφος είναι τιμοκρατική. Και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα αποκλείονται από το δικαίωμα της ψήφου, δηλαδή από τη συμμετοχή στην εκλογή των αρχών.Σε αυτή την περίοδο και στο ερώτημα εάν κάθε άτομο νομιμοποιείται να συμμετέχει στην εκλογή των φορέων της εξουσίας, το τιμοκρατικό σύστημα δεν αναγνώριζε εξ ορισμού την ιδιότητας του πολίτη στο κάθε άτομο. Σε αυτά τα πλαίσια το πολιτικό πρόβλημα εντοπίζεται στην καθιέρωση ή μη της καθολικής ψήφου για την εκλογή των φορέων της εξουσίας.
Στη δεύτερη περίοδο, κατά τη μετάβαση από την ολιγαρχία στη δημοκρατία, το τίμημα δεν αφορούσε την αναγνώριση της καθολικής ψήφου γιατί αυτό το δικαίωμα το είχαν αποκτήσει οι πολίτες.Όλοι οι πολίτες συμμετείχαν ήδη από τον 8ο-7ο αι. π.Χ. στην εκλογή των φορέων της εξουσίας. Οι αλλάγες που επήλθαν μέχρι τον 6ο π.Χ.αιώνα είναι κοσμογονικές: η αγροτική οικονομία υποχωρεί και αναπτύσσεται το εμπόριο και η μεταποίηση, οι πληθυσμοί συγκεντρώνονται στις πόλεις, αναπτύσσεται η χρηματιστική οικονομία, διαφοροποιείται το επικοινωνιακό υπόβαθρο. Και η γεωκτητική αριστοκρατία αντικαθίσταται από την ολιγαρχική πλουτοκρατία. Σε αυτή την περίοδο το τίμημα τίθεται για την εκλογή στις αρχές.Δηλαδή το πολιτικό πρόβλημα είναι αν κάθε πολίτης θα συμμετέχει στην άσκηση της εξουσίας ή θα τεθούν χρηματικές προϋποθέσεις.

Και οι δύο περίοδοι του τιμοκρατικού συστήματος σχετίζονται με την ολιγαρχική αρχή. Στόχος των ολιγαρχικών ήταν ο απολεισμός των φτωχών από τα πολιτικά αγαθά και μάλιστα με τη λήψη θεσμικών μέτρων. Γι αυτό και στην κλασική δημοκρατία μια από τις αρχές που εγκθιδρύονται, είναι της αριθμητικής ισότητας ή διαφορετικά η κατάργηση του τιμήματος για την είσοδο στην πολιτεία και την άνοδο στις αρχές.

Το τιμηματικό σύστημα στα νεότερα χρόνια
Στα νεότερα χρόνια το τιμηματικό σύστημα υπήρξε στα μεταφεουδαρχικά χρόνια. Το τίμημα για να αποκτήσει κάποιο άτομο το δικαίωμα ψήφου ήταν επίσης η ιδιοκτησία.Με κριτήριο την ιδιοκτησία αποκλείονταν από την πολιτεία οι φτωχοί. Η καθολική ψήφος των πολιτών εδραιώνεται μόλις τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στον 20ο αιώνα. Έτσι με την καθιέρωση της καθολικής ψήφου αναγνωρίζεται η αριθμητική ισότητα των πολιτών και αίρονται οι όποιες θεσμικές προϋποθέσεις για να αποκτήσεις το δικαίωμα του εκλέγειν και να είσαι μέλος της πολιτείας.

Και στην Κύπρο του 2008
Το 2008 στην Κύπρο η κυβέρνηση Χριστόφια και τα κόμματα συζητούν την επιβολή τιμήματος 10.000 ευρώ για να έχει κάποιος το δικαίωμα να διεκδικήσει το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Συζητούν δηλαδή τη θέσπιση προϋποθέσεων για να συμμετέχει κάποιος στις αρχές.Θέτουν προϋποθέσεις-περιορισμούς στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι υιοθετώντας την ολιγαρχική αρχή του τιμήματος.

Στην ιστορία το τιμηματικό σύστημα επιβλήθηκε και επιβάλλεται από τους κατόχους της εξουσίας και του πλούτου, από την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία για να προστατεύσει τα προνόμιά της απέναντι στους φτωχούς, στους «γραφικούς»,στους «αμαθείς», στους «παρείσακτους».Το τιμηματικό σύστημα διαιρεί την κοινωνία στη βάση της φτώχειας και του πλούτου, στους «τιμημένους» και στους «ά-τιμους». Εκφραστές του ολιγαρχικού τιμηματικού συστήματος το 2008 στην Κύπρο είναι η κυβέρνηση Χριστόφια και τα κόμματα ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΕΥΡΩΚΟ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ!!! Όλα "τα παιδιά" μαζί στον αγώνα ενάντια στο λαό και υπέρ των εαυτών τους και της τάξης τους.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Ημέρα της ανεξαρτησίας της Κύπρου: Τα πανηγύρια ως μέθοδος παραχάραξης της ιστορίας και αποπροσανατολισμού των πολιτών

Την 1η Οκτωβρίου τιμούμε τη μέρα της κυπριακής ανεξαρτησίας. Πέρα από τις πανηγυρικές εκδηλώσεις, τις παρελάσεις και τις ανακοινώσεις, θα ανέμενε κάποιος ότι η μέρα θα ήταν μια αφόρμηση προβληματισμού όλων για την πορεία που ακολουθήθηκε στα 48 χρόνια που πέρασαν, μια πορεία γεμάτη πληγές και αίμα.. Θα ανέμενε κάποιος ότι η μέρα θα αξιοποιούνταν για προβληματισμό και αυτογνωσία.Γιατί η μάθηση και η γνώση αποτελούν τη βάση για εξάλειψη της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού,του ρατσισμού, του εθνικισμού. Η συνθηματολογία και η κενολογία απλώς συντηρούν και υποθάλπτουν τους μύθους που οι ποικίλες εξουσίες στοχεύουν.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας λοιπόν απηύθηνε προς το λαό το σύνηθες διάγγελμά . Είπε πολλά τα οποία αντικατοπτρίζουν την οπτική του για το παρελθόν και το παρόν.
Υποστηρίξε λοιπόν ο Πρόεδρος ότι «το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος αποτελεί κοινή κατάκτηση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων». Αυτή η θέση του Προέδρου δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Απλώς δηλώνει ότι σήμερα, μετά από 48 χρόνια, ο κ. Χριστόφιας θεωρεί κατάκτηση την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τότε, όμως, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων δε θεώρησε κατάκτηση την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και αναφέρομαι και στο Μακάριο και στο ΑΚΕΛ και άλλες ηγεσίες. Επομένως το ερώτημα που αναδύεται είναι το εξής: Γιατί χρειάστηκαν 48 χρόνια για να κατανοήσουν οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν μια κατάκτηση; Γιατί τότε οι ηγέτες δεν έκαναν μια σωστή εκτίμηση της πραγματικότητας και των προοπτικών και οδήγησαν το λαό σε απίστευτες περιπέτειες;
Φυσικά όταν δηλώνεις σήμερα ότι «το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος αποτελεί κοινή κατάκτηση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων», προσπαθείς να αποενοχοποίησεις τον εαυτό σου ή το κόμμα σου με ένα μήνυμα του παρόντος που αλλοιώνει το παρελθόν. Ελπίζεις ότι συνθηματολογώντας στο παρόν , θα διαγράψεις το «βεβαρυμένο» παρελθόν.Δηλώνοντας στο παρόν ότι συνιστά μια κατάκτηση, επιχειρείς να διαγράψεις ότι τότε δεν το θεώρησες κατάκτηση,με τη θεωρία στο παρόν επιχειρείς να διαγράψεις την πράξη στο παρελθόν!!!
Τέτοιες προσεγγίσεις στοχεύουν σε ένα και μόνο, την πρόκληση σύγχυσης στους πολίτες ώστε ανενόχλητη η εξουσία να επιδοθεί στην υλοποίηση των όποιων στόχων της. Όταν η ιστορική μνήμη αναμειγνύεται με πρόσκαιρες πολιτικές επιδιώξεις, το αποτέλεσμα είναι ο πολιτικός καιροσκοπισμός. Με βάση ένα βιούμενο παρόν προσπαθείς να αξιολόγησεις το παρελθόν, με βάση τη συγκυρία να προσεγγίσεις τη διαχρονία. Αναπόδραστα τότε οι αξιολογήσεις είναι λανθασμένες.
Και το 1960 οι αξιολογήσεις της τότε ηγεσίας των Ελληνοκυπρίων ήταν λανθασμένες. Και τότε τα συνθήματα των ηγετών απείχαν της πραγματικότητας. Καί τότε οι ηγέτες σύγχυζαν στο μυαλό τους την ελπίδα και την προσδοκία με ανεδαφικές απεικονίσεις του υπαρκτού.Και οι στοχεύσεις του αποδείχτημαν στην πορεία του χρόνου καταστροφικές για τους Ελληνοκυπρίους.
Αν κάτι θα ήταν χρήσιμο για το παρόν, αυτό είναι να ακούαμε από τον κ. Χριστόφια τις εκτιμήσεις του για την πραγματικότητα και τις στοχεύσεις του.Πέρα από γενικολογίες, κενολογίες, συνθηματολογίες και αφορισμούς για τον «αμαθή όχλο»και τη δήθεν ανάγκη "καθοδήγησης".

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

1959 και 2008: Η δραματοποίηση ως μεθόδευση για εξασφάλιση υποστήριξης στον ηγέτη

Απεγνωσμένα ο κ. Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ προσπαθούν με όλα τα μέσα να εξασφαλίσουν την καθολική υποστήριξη ηγεσίας και λαού προς τον αρχηγό. Γιατί τόση εμμονή στην εξασφάλιση υποστήριξης προς τον κ. Χριστόφια;
Η απάντηση που δίνεται είναι τουλάχιστον αστεία: για να είναι ενισχυμένος ο Πρόεδρος στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις με τον Ταλάτ, να νιώθει ότι όλοι είναι δίπλα του στη δύσκολη αυτή μάχη για το μέλλον του τόπου και του λαού.
Φυσικά όλα αυτά είναι αστειότητες. Η δραματοποίηση της κατάστασης, η κρισιμότητα των στιγμών, τα διλήμματα του ηγέτη είναι μύθοι κατασκευασμένοι από ανθρώπους που έχουν συμφέρον να δραματοποιούν τα δεδομένα. Δηλαδή ο άνθρωπος να σταματήσει να σκέπτεται λογικά, ορθολογιστικά στη βάση πραγματικοτήτων. Και αυτοί που δημιουργούν τη δραματοποίηση, αυτοί που παίζουν θέατρο το κάνουν για το συμφέρον τους. Και αυτοί που αναλαμβάνουν να παίξουν το ρόλο του θεατή το κάνουν από την ευπιστία ή τη βλακεία τους.
Φυσικά ο κ. Χριστόφιας ακολουθεί κατά πόδας τις μεθοδεύσεις του Μακαρίου. Γιατί και ο Μακάριος προσπάθησε να δραματοποιήσει καταστάσεις ώστε να εξασφαλίσει καθολική υποστήριξη.
12 έως 18 Φεβρουαρίου 1959: Η μεγάλη δραματοποίηση ή μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου έθεταν εκ των πραγμάτων την ανάγκη για αποσαφήνιση του ρόλου του Μακαρίου. Κατά διαστήματα τόσο στην Τουρκοκρατία όσο και στην Αγγλοκρατία ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος λειτουργούσε ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης των Ελληνοκυπρίων. Και με την ιδιότητα αυτή, καθολικά αναγνωρισμένη, υπέγραψε τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Ποιος θα ήταν λοιπόν ο ρόλος του Μακαρίου μέσα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν από τις Συμφωνίες;
Ο ίδος ο Μακάριος ήδη από το 1957 είχε αποσαφηνίσει το ρόλο του κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ. Σε ομιλία του σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον στις 24 Σπτεμβρίου 1957 ανέφερε: «Η θέσις μου είναι ιδιότυπος. Ο Αρχιεπίσκοπος εκλέγεται υφ΄ ολοκλήρου του ελληνικού κυπριακού λαού δια καθολικής ψηφοφορίας. Ο Αρχιεπίσκοπος εκλέγεται υπό δύο ιδιότητας, ως εθνικός και πνευματικός ηγέτης του κυπριακού λαού. Την ιδιότητα του εθνικού ηγέτη θα διατηρή μόνον εφ΄ όσον συνεχίζεται η ξένη, επί της νήσου κατοχή, θα αποβάλη δε ταύτην αυτομάτως όταν η νήσος αποκτήση την ελευθερίαν της. Τα καθήκοντά του τότε θα περιοριστούν εις κύκλον καθαρώς θρησκευτικόν». Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνει και σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στις 31 Οκτωβρίου 1957. Σύμφωνα με τον Μακάριο ο εθναρχικός ρόλος του Αρχιεπισκόπου διατηρείται εφ΄ όσον υπάρχει ξένη κατοχή στην Κύπρο και τερματίζεται με την απελευθέρωσή της. Ο εθναρχικός ρόλος του Μακαρίου τερματίζεται με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Από τούδε και στο εξής ο Αρχιεπίσκοπος ως εκκλησιαστικός ηγέτης θα νομιμοποιεί την εξουσία του με βάση τους κανόνες που προβλέπει το καταστατικό της εκκλησίας. Ο πολιτικός ηγέτης θα νομιμοποιεί την εξουσία του με βάση το σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και , βεβαίως, με ξεχωριστή ψηφοφορία.
Ο Μακάριος είχε γνώση ότι με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου τερματιζόταν ο πολιτικός του ρόλος. Όμως ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει και μετά τις Συμφωνίες να είναι ο πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης των Ελληνοκυπρίων. Ή αν το πούμε διαφορετικά, πριν να θέσει την υπογραφή του επί των Συμφωνιών , γεγονός που θα τον καταργούσε ως πολιτικοθρησκευτικό ηγέτη των Ελληνοκυπρίων, θα έπρεπε να εξασφαλίσει το πολιτικό του μέλλον.
Με τη διάσκεψη του Λονδίνου εξασφάλιζε νομιμοποίηση από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ως εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων. Αυτό που απέμενε ήταν να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση του ρόλου του για το μέλλον και από τους Ελληνοκύπριους.
Είναι γεγονός ότι ο Μακάριος ήταν ενημερωμένος για τις διαβουλεύσεις που γίνονταν ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα για τη Συμφωνία της Ζυρίχης. Είναι επίσης γεγονός ότι ο Μακάριος ενημερώθηκε στις 11 Φεβρουαρίου – ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας – από τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Κ. Καραμανλή και ένιωσε την ανάγκη δημόσια να δηλώσει στον τύπο: «Εξέφρασα την ικανοποίησίν μου προς τον Πρωθυπουργόν κ. Κ. Καραμανλήν και τον συνεχάρην δια τα αποτελέσματα των εν Ζυρίχη ελληνοτουρκικών συνομιλιών». Είναι επίσης γεγονός ότι ο Μακάριος συγκατατέθηκε να συγκληθεί η Διάσκεψη του Λονδίνου γνωρίζοντας προκαταβολικά ότι απλά θα προσυπέγραφε τη Συμφωνία της Ζυρίχης.
Είναι επίσης γεγονός ότι μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου στη πενταμερή διάσκεψη του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου 1959 επανειλημμένα αποσαφήνισε τα της υπογραφής των Συμφωνιών. Αναλυτικός είναι με τη δήλωσή του στις 20 Μαίου 1959: «Υπέγραψα την συμφωνίαν του Λονδίνου εν πλήρει συνειδήσει των ευθυνών μου έναντι του Κυπριακού λαού.» «Επειδή ελέχθη ότι υπέγραψα κατόπιν ισχυράς πιέσεως εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως, δηλώ κατηγορηματικώς ότι ουδεμία δύναμις εν τω κόσμω ήτο δυνατόν να με εξαναγκάση να υπογράψω συμφωνίαν, εάν πίστευα ότι αύτη ήτο αντίθετος προς το συμφέρον του Κυπριακού λαού.» «Έθεσα την υπογραφήν μου εις την Συμφωνίαν του Λονδίνου. Δεν μετανοώ, δεν υπαναχωρώ και δεν την αποσύρω.»
Όλα τα πιο πάνω έχουν μια λογική συνέχεια. Δραματοποιημένα παρουσιάζονται τα γεγονότα στο μεσοδιάστημα από τις 12 ως τις 18 Φεβρουαρίου, δηλαδή από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας της Ζυρίχης μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας του Λονδίνου. Ο Μακάριος αποφάσισε να «μεταβή στο Λονδίνο συνοδευόμενος από Κυπρίους Δημάρχους και άλλους παράγοντας, τους οποίους απλώς θα συνεβουλεύετο» , όπως αναφέρει ο Δ. Μπίτσιος. Και ο Ν. Κρανιδιώτης σημειώνει ότι στις 13 Φεβρουαρίου ο Μακάριος τους είπε: « Κάλεσα από την Κύπρο τους Δημάρχους και άλλους αντιπροσωπευτικούς παράγοντες, για να ακούσω τις απόψεις τους, να συζητήσω μαζί τους το θέμα, και να πάρω τελειωτικήν απόφαση». Ταυτόχρονα ο Μακάριος αρχίζει να παρουσιάζεται ταλαντευόμενος προς την Ελληνική Κυβέρνηση και τους συνεργάτες του, αν θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει τη Συμφωνία ή όπως αναφέρει ο Ν. Κρανιδιώτης «έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν μπροστά σ΄ ένα σκληρό δίλημμα». Κοινωνοί του διλήμματος του Μακαρίου γίνονται και όλα τα μέλη της τριαντακονταπενταμελούς κυπριακής αντιπροσωπείας, η ελληνική κυβέρνηση και τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη. Η επιτυχία ή αποτυχία της Διάσκεψης του Λονδίνου εξαρτιόταν πια από την απόφαση του Μακαρίου να υπογράψει ή όχι τις Συμφωνίες.
Η δραματική προσέγγιση της πραγματικότητας υποβαθμίζει το Μακάριο, ότι δηλαδή συγκατατέθηκε σε κάτι ενώ δεν είχε γνώση των συμφωνηθέντων ή ότι υπέκυψε σε πιέσεις ή ότι λυγίζει προσωρινά κάτω από το βάρος της ευθύνης. Αυτή η προσέγγιση είναι υποτιμητική και δε συνάδει με τη λογική του Μακαρίου και γενικότερα με την πολιτική του λειτουργία.
Ποια ήταν τα δεδομένα που καθόρισαν τη διλημματική στάση του Μακαρίου στο δεδομένο χρόνο;
Ο Ν. Κρανιδιώτης αναφέρει ότι ο Μακάριος στις 12 Φεβρουαρίου του είπε: «Μπροστά στον κίνδυνο να επιβληθεί το Σχέδιο Μακμίλλαν, που έκανε την Τουρκία συνεταίρο στην Κύπρο, καλύτερη η Ζυρίχη. Πρέπει να είμεθα ρεαλιστές». Για το Μακάριο το δίλημμα είχε υπάρξει πολύ νωρίτερα και ήταν « διχοτόμηση με βάση το Σχέδιο Μακμίλλαν ή εγγυημένη ανεξαρτησία». Επομένως ήταν δεδομένη και δηλωμένη η απόφασή του να υπογράψει τις Συμφωνίες.
Ο Μακάριος είχε πλήρη αντίληψη των αδυναμιών των Συμφωνιών και τις διατυπώνει τόσο προς την ελληνική κυβέρνηση όσο και στους συνεργάτες του. Πίστευε ότι στα πλαίσια της πενταμερούς διάσκεψης στο Λονδίνο θα μπορούσε να διαπραγματευθεί κάποια θέματα. Δεν είχε όμως αυταπάτες για τις περιορισμένες δυνατότητες που υπήρχαν. Ο Ν. Κρανιδιώτης αναφέρει πως ο Μακάριος του είπε: «Ίσως εκεί θα μπορούσα να αποτρέψω μερικά αρνητικά στοιχεία και να τη βελτιώσω». Ή ακόμα σε επιστολή του προς το Γρίβα στις 12 Φεβρουαρίου 1959 ο Μακάριος γράφει: «Πιθανώς να κατορθώσωμεν, ώστε εις την διάσκεψιν αυτήν να βελτιώσωμεν υπέρ ημών μερικούς όρους συμφωνίας». Σε αυτά τα πλαίσια ο Μακάριος με την προβολή της διλημματικής στάσης του θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση στο Λονδίνο.
Η προβολή από μέρους του Μακαρίου μιας διλημματικής στάσης είναι συνυφασμένη με την απόφασή του να καλέσει στο Λονδίνο τους τριάντα πέντε Κύπριους αντιπροσώπους για να τους συμβουλευτεί, πριν τη λήψη της τελικής του απόφασης. Η κλήση των Κυπρίων αντιπροσώπων , έστω και για συμμετοχή σε μια διαβουλευτική διαδικασία, καθιστά ολοφάνερο ότι απασχολούσε το Μακάριο το πρόβλημα της κοινωνικής νομιμοποίησης των επιλογών του αλλά και του ιδίου. Αυτονόητα τον απασχολούσε, αφού βρισκόταν εξόριστος, εκτός Κύπρου, από τις 9 Μαρτίου 1956, δεν είχε άμεση αντίληψη της εσωτερικής κατάστασης και , όπως αναφέρει ο Μακάριος, «πολλά έκτοτε εμεσολάβησαν και από πολλά στάδια διήλθεν η εθνική μας υπόθεσις». Ο Μακάριος είχε αποφασίσει ήδη από το Σεπτέμβριο του 1958 να διαφοροποιήσει το αίτημα των Ελληνοκύπριων από ένωση σε ανεξαρτησία. Και ο ίδιος είχε αποφασίσει να αποδεχτεί τη Συμφωνία της Ζυρίχης. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρει ο Ν. Κρανιδιώτης για τη συνομιλία του με το Μακάριο στις 12 Φεβρουαρίου 1959: «Του εξέφρασα αμέσως την απορία μου, γιατί δεν μας τήρησε ενήμερους. Εκείνος απάντησε ότι όλοι είχαν δεσμευθεί να κρατήσουν τις διαπραγματεύσεις απόρρητες στο στενό κύκλο των Πρωθυπουργών και των Υπουργών των Εξωτερικών των τριών χωρών. Ρώτησα, αν είχε εκ των προτέρων δώσει τη συγκατάθεσή του. «Ναι». Μου απήντησε. «Έδωσα τη συγκατάθεσή μου, γιατί δεν έβλεπα άλλο τρόπο σωτηρίας. Χθες έκανα και σχετική δήλωση».
Η απόφαση του Μακαρίου να καλέσει τριάντα πέντε Κύπριους αντιπροσώπους είχε ένα και αποκλειστικό στόχο , την κοινωνική νομιμοποίηση – έστω και στη βάση μιας υποτυπώδους αντιπροσώπευσης - εκ των υστέρων των επιλογών του για ανεξαρτησία στη βάση της Ζυρίχης αλλά και την εξασφάλιση του πολιτικού του μέλλοντος δεδομένου ότι με τις Συμφωνίες τερματιζόταν ο εθναρχικός του ρόλος.
Η κλήση των Κυπρίων παραγόντων για διαβούλευση προϋπόθετε ότι ο Μακάριος δεν είχε αποφασίσει. Διαφορετικά δεν είχε κανενα νόημα η κλήση τους στο Λονδίνο. Κατ΄ ανάγκη λοιπόν και στα πλαίσια της διαβουλευτικής διαδικασίας ο Μακάριος θα έπρεπε να προβληματίζεται για τη στάση του και οι παράγοντες να αναλάβουν το συμβουλευτικό τους ρόλο. Η υπανάχωρηση του Μακαρίου κινητοποιεί την Ελληνική Κυβέρνηση – ο Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής φτάνει εσπευσμένα στο Λονδίνο στις 17 Φεβρουαρίου - η οποία αναλαμβάνει το βάρος να πείσει τους Κύπριους παράγοντες να συνηγορήσουν υπέρ των Συμφωνιών.
Στις 16 Φεβρουαρίου έγινε στο Λονδίνο η πρώτη σύσκεψη των Κυπρίων παραγόντων .Όπως αναφέρει ο Ν. Κρανιδιώτης «το πνεύμα – εκτός από μερικές εξαιρέσεις – ήταν γενικά εναντίον των Συμφωνιών. Ο Μακάριος άκουε προσεκτικά τις γνώμες των συμβούλων του, οι οποίοι όμως, ανεξάρτητα από τη θέση που υποστήριζαν, κατέληγαν πάντοτε με τη διαβεβαίωση ότι θα συνταχθούν τελικά με τον Αρχιεπίσκοπο σε οτιδήποτε κι αν αυτός αποφασίσει». Κανένας δεν αμφισβήτησε την αποφασιστική αρμοδιότητα του Μακαρίου.
Στις 17 Φεβρουαρίου και με την άφιξη στο Λονδίνο του Έλληνα Πρωθυπουργού η ελληνική αντιπροσωπεία δραστηριοποιείται. Παγματοποιείται σύσκεψη στο οίκημα της Ελληνικής Πρεσβείας. Ο Ν. Κρανιδιώτης περιγράφει παραστατικά τα της σύσκεψης: « Και στη συνέχεια, απευθυνόμενος (ενν. ο Κ. Καραμανλής) αυτή τη φορά προσωπικά στον Αρχιεπίσκοπο, ρώτησε: « Γιατί, Μακαριότατε, έχετε τώρα αντιρρήσεις, αφού στην Αθήνα είχαμε συμφωνήσει, ότι θα εδεχόμεθα την πρόταση των Άγγλων, κατά την οποία δεν έπρεπε να εγερθούν θέματα που ερρυθμίστηκαν στην Ζυρίχη;» Ο Μακάριος προφανώς ταραγμένος, και, αντίθετα από τον Πρωθυπουργό, σε ύφος ήπιο, απάντησε: «Έχετε δίκαιο. Αλλά έχω θέμα συνειδήσεως και δεν μπορώ να αναλάβω περαιτέρω ευθύνες».»
Η δήλωση Μακαρίου για αδυναμία ανάληψης περαιτέρω ευθυνών συνδεόταν με το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων παραγόντων είχε ταχθεί εναντίον των Συμφωνιών. Η ανάληψη περαιτέρω ευθύνης προϋπόθετε τη μεταστροφή της στάσης των Κυπρίων παραγόντων. Η Ελληνική Κυβέρνηση είχε πάρει το μήνυμα και επιδόθηκε σε μια προσπάθεια επηρεασμού των Κυπρίων. Ο Ν. Κρανιδιώτης γράφει: «Η ατμόσφαιρα ήταν ταραγμένη. Στο κτίριο της Ελληνικής Πρεσβείας, το «Παρκ Λαίην», το «Νότσεστερ» και το «Κλάριτζες» (όπου έμενε η Ελληνική Αντιπροσωπεία) αναπτύχθηκε, εκείνο το βράδυ και την επομένη το πρωί, μια ασυνήθιστη δραστηριότητα. Επαφές, συσκέψεις, αναταλλαγή γνωμών, έντονες διαβουλεύσεις και υποδείξεις». Πιο αναλυτικός είναι ο Τ. Παπαδοπούλος σε επιστολή του προς το Γρίβα με ημερομηνία 26.2.1959: « Εντύπωσιν προεκάλεσε μεταξύ μας αυτή η απότομος μεταστροφή των γνωμών. Εξηκρίβωσα αργότερον ότι τούτο ωφείλετο εις το αίσχος της παρασκηνιακής δράσεως. Δηλαδή μετά την πρώτη ημέραν η Ελληνική Πρεσβεία άρχισε καλούσα διά διαφόρων οργάνων της διάφορα άτομα της αποστολής με προεξάρχοντα τον κ. Δέρβην και τον κ. Αιμιλιανίδην, τους οποίους και έπεισαν να δημιουργήσουν σφήνα μεταξύ της αποστολής.Ούτω και εγένετο.Οι κύριοι αυτοί ήρχισαν ευθύς αμέσως το πλευροκόπημα των διαφόρων αντιπροσώπων και τους διεβίβαζαν δήθεν προσωπικά μηνύματα του Καραμανλή και Αβέρωφ και τους διαβεβαίωναν πόσον και οι δύο πολιτικοί ηγέτες τους εθαύμαζαν. Κολακευθέντες πολλοί από αυτούς ήρχισαν να εκφράζουν αμφιβολίας περί της ορθότητος απορρίψεως του σχεδίου».
Σε νέα σύσκεψη των Κυπρίων παραγόντων το κλίμα είχε διαφοροποιηθεί: 27 τάχθηκαν υπέρ των συμφωνιών και 8 εναντίον (οι 5 εκπρόσωποι της αριστεράς, ο Τάσος Παπαδοπούλος, ο Βάσος Λυσσαρίδης και ο Γλάυκος Κρίστης). Όπως σημειώνει ο Ν. Κρανιδιώτης, η έννοια της ψήφου των 27 ήταν να εξουσιοδοτηθεί ο Αρχιεπίσκοπος «να χειριστεί εν λευκώ το θέμα και να αποφασίσει όπως ο ίδιος έκρινε καλύτερα». Η μεταστροφή της γνώμης των Κυπρίων παραγόντων επέτρεπε πια στο Μακάριο να αναλάβει «περαιτέρω ευθύνες». Οι μέχρι εκείνη τη στιγμή επιλογές του Μακαρίου τύγχαναν εκ των υστέρων μιας κάποιας μορφής κοινωνικής νομιμοποίησης. Αυτό ήταν πια δεδομένο. Απέμενε η νομιμοποίηση του μελλοντικού του ρόλου. Ο Μ. Χριστοδούλου είναι διαφωτιστικός: «Και εκείνα τα μέλη που δεν ήθελαν να υπογράψει δήλωναν πως, αν αποφάσιζε να θέσει την υπογραφή του, θα του συμπαραστέκονταν και θα τον βοηθούσαν στις περαιτέρω ενέργειές του για την εφαρμογή των Συμφωνιών». Και ο αριστερός εργατικός ηγέτης Αντρέας Ζιαρτίδης έλεγε: «Αν, Μακαριότατε, υπογράψετε,δίνουμε το λόγο της τιμής μας πως δε θα εκμεταλλευθούμε κομματικά τις συμφωνίες. Θα σταθούμε παρά το πλευρό σας. Σας αναγνωρίζουμε ως το φύσει και θέσει εκπρόσωπο του κυπριακού λαού». Και για να αποσαφηνιστούν πλήρως τα πράγματα ο Μακάριος ξαναρίχνει στο τραπέζι το θέμα της παραίτησής του: «Κι όταν ο Μακάριος επανέλαβε τη σκέψη του να παραιτηθεί, τότε, όπως δήλωσε ο Κλεάνθης Γεωργιάδης: «όλοι, δεξιοί και αριστεροί, δήμαρχοι και άλλοι αντιπρόσωποι εξανέστημεν εις την δήλωσιν του Μακαρίου, τον οποίον ετορπιλλίζαμεν όλοι, δεξιοί και αριστεροί, με τους όρκους πίστεως και αφοσιώσεως ως τον μόνον εκπρόσωπόν μας». Ο Μακάριος είχε εξασφαλίσει από τους Κύπριους παράγοντες νομιμοποίηση των επιλογών του για ανεξαρτησία στη βάση της Ζυρίχης και συνέχιση του εθναρχικού του ρόλου.Όπως σημειώνει ο Μ Χριστοδούλου, ο Μακάριος « χαμογέλασε » και «έκανε γνωστή την απόφασή του να υπογράψει». Στις 19 Φεβρουαρίου υπογράφονται οι Συμφωνίες και ακολουθεί, το βράδυ, δεξίωση που παρέθεσε η Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Άγγ. Βλάχος σημειώνει: « Όταν ο Αρχιεπίσκοπος μπήκε στην αίθουσα, κατευθύνθηκε αμέσως προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό με τον οποίον είμεθα ο Αβέρωφ, ο Σεφεριάδης, ο Μπίτσιος και εγώ – και τείνοντάς του θερμά το χέρι του είπε: «Κύριε Πρόεδρε! Φαντασθήκατε ποτέ ότι δεν θα υπέγραφα;» Ο Κ. Καραμανλής του είπε: «Τότε προς τι όλα αυτά;» Και ο Αρχιεπίσκοπος του αποκρίθηκε: «Είχα τους λόγους μου».



Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Για τη μια ιθαγένεια: μυθοπλασία και ιστορία

Το θέμα της ιθαγένειας έχει ενταχθεί και αυτό στην πολιτική διαμάχη. Σύσσωμοι οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί υποστηρίζουν τη «μια ιθαγένεια», χορηγός της οποίας θα είναι η κεντρική πολιτεία. Σε σχέση με την ιθαγένεια πάλι συνδέονται και άλλες αντιλήψεις: είμαι Ελληνοκύπριος ή Κύπριος, πολυπολιτειότητα ή μονοπολιτειότητα, το έθνος και το κράτος, ο ένας λαός ή οι δυο λαοί κλπ..Φυσικά πέρα από τις όποιες ανιλήψεις, προσδοκίες και στοχεύσεις η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα θα αποτυπωθεί στην όποια λύση και όχι η εφευρετικότητα του όποιου ειδικού.
Για σκοπούς επικοινωνίας αυτό που η νεοτερικότητα ονομάζει υπηκοότητα/ιθαγένεια το αποδίδω με τον όρο πολιτειότητα, η ιδιότητα του πολίτη. Διακρίνω επίσης τη συλλογική ταυτότητα (Ελληνοκύπριος / Τουρκοκύπριος) από την πολιτειότητα (Κύπριος πολίτης).
Θεωρητικά λοιπόν η συλλογική ταυτότητα ορίζει το συλλογικώς ανήκειν του κοινωνικού όντος και δε συνδέεται αυτόματα με την πολιτειότητα. Άλλο ζήτημα σε ποια κοινότητα ταξινομεί κανείς τον εαυτόν του από άποψη ταυτοτική και άλλο η ιδιότητα του πολίτη και άλλο η πολιτειακή του λειτουργία.
Η πολιτική συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας προσδιορίζει το πεδίο της πολιτειότητας. Η καταστατική αναγνώριση του ατόμου ως οργανικού μέρους της ταυτοτικής ομάδας αποτελεί τη θεμέλια βάση για την αναγνώριση της πολιτειότητας.
Ποια είναι η ταυτοτική ομάδα που νομιμοποιείται να συγκροτηθεί πολιτειακά, έτσι ώστε να τοποθετείται ως «χορηγός» πολιτειότητας;
Στην Κύπρο με το σύνταγμα του 1960 νομιμοποιήθηκαν δύο ταυτοτικές ομάδες, η ελληνική και η τουρκική, ως χορηγοί πολιτειότητας. Δηλαδή με το σύνταγμα του 1960 αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δύο συλλογικών ταυτοτήτων, δύο κοινοτήτων. Ή ένταξη του ατόμου στις μια από τις δύο κοινότητες ήταν αναγκαία προϋπόθεση για να αποκτήσει την ιδιότητα του πολίτη.
Σε αυτά τα πλαίσια το κάθε άτομο ήταν ελεύθερο να επιλέξει όποια κοινότητα ήθελε.
Τα άτομα που πολιτισμικά δεν ανήκαν στις δύο κοινότητες, έπρεπε να επιλέξουν να ενταχθούν είτε ατομικά είτε ομαδικά στη μια από τις δύο. Δηλαδή όσα άτομα αυτοπροσδιορίζονταν ως Μαρωνίτες, οι Αρμένιοι, οι Λατίνοι, αυτή η συλλογική τους ταυτότητα δεν ήταν «χορηγός» πολιτειότητας. Σε αυτές τις ομάδες δεν κατοχυρώθηκε το δικαίωμα να συγκροτηθούν πολιτειακά. Έτσι αναγκάστηκαν να ενταχθούν ατομικά ή ομαδικά στις μια από τις δύο νομιμοποιημένες κοινότητες προκειμένου να αποκτήσουν το δικαίωμα του πολίτη.
Στην Κύπρο, το 1960, η συλλογική ταυτότητα των πολιτών σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να ενσαρκωθεί από την κεντρική πολιτεία. Δηλαδή στην Κύπρο δεν ήταν εφικτό να λειτουργήσει η ιδιότητα του πολίτη του έθνους-κράτους, όπως υπήρχε στη δύση. Η ιδιότητα του πολίτη στη δύση θεμελιώθηκε με γνώμονα το δόγμα: ένα έθνος/συλλογική ταυτότητα, ένα κράτος/ενιαίο και αδιαίρετο πολιτικό σύστημα, μια ομοιογενής πολιτισμικά κοινωνία/μονοταυτοτική, μια γλώσσα κλπ.. Και στη δύση η εθνοτική ταυτότητα που ενσαρκώνει το κράτος, είχε το πολιτικό δικαίωμα σε πολιτειακή αυτοθέσμιση, ενώ οι άλλες συλλογικές ταυτότητες αναγκάστηκαν να ενσωματωθούν ή να περιπέσουν στη θέση της μειονότητας με καθαρά πολιτισμική διάσταση και χωρίς καμία προβολή στο πολιτικό πεδίο.
Αντίθετα στην Κύπρο το 1960 αναγνωρίστηκε σε δύο κοινότητες η πολιτειακή συγκρότηση εντός του όλου, δηλαδή της σύνολης κοινωνίας.
Και το κάθε άτομο είχε ουσιαστικά δύο πολιτειότητες και δύο ταυτοτικές αναφορές: ήταν πολίτης της κοινότητάς του και πολίτης της κεντρικής πολιτείας: Ελληνοκύπριος/Τουρκοκύπριος πολίτης αλλά και Κύπριος πολίτης.
Το νομικό μόρφωμα του κράτους απλώς νομιμοποιούσε με μια τυπική νομική πράξη, δηλαδή τη χορήγηση ταυτότητας/διαβατηρίου, την υπαρκτή κοινωνική πραγματικότητα. Η κεντρική πολιτεία παράλληλα κατοχύρωνε σε όλους τους πολίτες, τη σύνολη κοινωνία, συγκεκριμένα ατομικά-κοινωνικά-πολιτικά δικαιώματα (πολιτικός δεσμός και όχι εθνοτικός).
Από το 1964, μετά την αποχώρηση από την κεντρική πολιτεία, οι Τουρκοκύπριοι διατήρησαν την εσωτερική τους πολιτειότητα και την ιδιότητα του πολίτη της κεντρικής πολιτείας. Η διαφορά είναι ότι η εσωτερική τους πολιτειότης δεν είχε προβολή στο επίπεδο της κεντρικής πολιτείας, στην εξουσία της κεντρικής πολιτείας. Έτσι η ελληνοκυπριακή κοινότητα μονοπωλεί την πολιτική εξουσία και οικοδομεί ένα έθνος - κράτος, το οποίο και αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα. Από το1974 και μετά δε διαφοροποιείται η πολιτειότης των Τουρκοκυπρίων. Προχωρούν όμως στην πολιτειακή τους αυτοθέσμιση, δημιουργούν ένα είδος εσωτερικής πολιτείας που δεν εδραζόταν στις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Η πολιτειακή τους αυτοθέσμιση κατέστη δυνατή λόγω του γεωγραφικού διαχωρισμού που επήλθε. Παράλληλα διεκδικούν η πολιτεία που έχουν συγκροτήσει να αναγνωριστεί ως κράτος από τη διεθνή κοινότητα.
Η πολιτεία που ιδρύθηκε το 1959 ήταν πολυπολιτειακή και πολυταυτοτική. Και τώρα, σε περίπτωση λύσης, το ίδιο θα είναι. Οι συλλογικές ταυτότητες (κοινότητες ) συγκροτούν πολιτείες και οι πολιτείες συνιστούν την κεντρική πολιτεία. Αυτή ήταν και εξακολουθεί να είναι η κοινωνική πραγματικότητα.Συνιστά παραλογισμό η αντίθετη προσέγγιση, ότι δηλαδή η κεντρική πολιτεία δημιουργεί τις επιμέρους πολιτείες και στη συνέχεια χορηγεί μια ιθαγένεια σε όλους και οι κοινότητες εξαφανίζονται!!!

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Συνέχεια μιας συζήτησης: Η εγκαθίδρυση προεδρικού συστήματος στην Κύπρο το 1959

Το προηγούμενο κείμενο που ανάρτησα στο ιστολόγιο προκάλεσε πιθανόν κάποιες παρανοήσεις. Η ευθύνη είναι δική μου. Γι αυτό θεωρώ σκόπιμο, προκειμένου να διασαφηνίσω τη θέση μου, να δώσω ένα ιστορικό παράδειγμα. Στόχος είναι να επεξηγήσω – όσο μπορώ – το πώς εγώ κατανοώ την πολιτική δυναμική και την ιστορική πραγματικότητα.
Το ερώτημα στο οποίο θα προσπαθήσω να απαντήσω είναι το εξής: Γιατί το 1959 εγκαθιδρύθηκε το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα και όχι κάποιο άλλο; Ή πιο συγκεκριμένα γιατί τότε επιλέχτηκε το προεδρικό σύστημα;

Προσωπικά εκτιμώ ότι η επιλογή του προεδρικού συστήματος είναι συνάρτηση εσωγενών και εξωγενών παραγόντων. Δηλαδή πρέπει να δεις τις εξελίξεις στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον και τους συσχετισμούς δύναμης που επηρέαζουν τις εξελίξεις στο συγκεκριμένο χώρο αλλά και τους εσωτερικούς συσχετισμούς δύναμης και πώς αφομοιώνουν ή μεταλλάσσουν τα διεθνή δρώμενα. Ακόμα πρέπει να δεις ποια είναι η κοινωνική κατάσταση και αν οι συγκεκριμένες επιλογές συνάδουν με το συμφέρον της κοινωνίας.
Γιατί λοιπόν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Αγγλίας, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων συμφώνησαν το 1959 ότι το σύστημα θα είναι προεδρικό;
Τότε το διεθνές περιβάλλον κινείται στο κλίμα του ψυχρού πολέμου. Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, το αντι-κομμουνιστικό. Και στην Κύπρο υπάρχει ένα ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα , το ΑΚΕΛ. Επομένως η απομείωση αυτού του κινδύνου είναι καθοριστικής σημασίας για τη λογική της εποχής Ένα κοινοβουλευτικό σύστημα ουσιαστικά θα αναγόρευε σε κυρίαρχο ή σημαντικό παίκτη το ΑΚΕΛ, το μόνο οργανωμένο σύνολο τότε.
Από την άλλη, φορέας αντι-κομμουνισμού στην Κύπρο ήταν η εθναρχία και ο Μακάριος ο Γ΄. Το προεδρικό σύστημα, όντας προσωποπαγές, εύκολα θα έδινε τη δυνατότητα στο Μακάριο να ελέγξει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Ήδη έχει το κεκτημένο του εθνάρχη , κάτι που ήταν αποδεκτό από την κοινωνία, και παράλληλα το σύστημα διοίκησης του υφιστάμενου «δευτερογενούς κράτους στην Κύπρο» ήταν συγκεντρωτικό και οι πολίτες γνώριζαν την εξουσία του Άγγλου διοικητή, αν και την αμφισβητούσαν κατά καιρούς. Ταυτόχρονα το προεδρικό σύστημα ικανοποιούσε και τις πολιτικές φιλοδοξίες του ιδίου του Μακαρίου.
Ένα δεύτερο ερώτημα είναι: η επιλογή του προεδρικού συστήματος συμβάδιζε με τις ανάγκες της κοινωνίας;
Η κυπριακή κοινωνία το 1959 ήταν διπλά διχοτομημένη.Η μια διαίρεση ήταν εθνοτική: Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία μέσα από την επιλογή του προεδρικού συστήματος θεωρεί ότι εξασφαλίζει – έστω με επιφυλάξεις – ότι δε θα μετατραπεί σε μειονότητα εθνοτική και πολιτική. Αυτός είναι ο κύριος φόβος τους . Γι αυτό και η κύρια έγνοιά τους είναι στα πλαίσια των νέων θεσμών να αποκτήσουν αυτά που είχαν συμφωνηθεί και που θα εξασφάλιζαν όχι την αριθμητική ισότητα αλλά μια μορφή αναλογικής ισότητας στο πολιτικό πεδίο. Παράλληλα όμως το προεδρικό σύστημα με υπέρμετρες εξουσίες στον Πρόεδρο – Αντιπρόεδρο, δηλαδή με ουσιαστικά δύο παίκτες βέτο, παρείχε τη δυνατότητα στην ηγεσία τους να κάνουν και επιλογές εκτός συστήματος, αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Έτσι ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους δεν αναπτύσσονται ανταγωνισμοί για την κατάληψη της αντιπροεδρίας.
Η άλλη διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας ήταν ταξική και αφορούσε κύρια τους Ελληνοκυπρίους. Δηλαδή η ελληνοκυπριακή κοινωνία ήταν διχοτομημένη στη βάση της δεξιάς –αριστεράς που έβρισκαν έκφραση από το ΑΚΕΛ και την εθναρχία. Η ταξική/ιδεολογική αντιπαράθεση διχοτομούσε την ελληνοκυπριακή κοινωνία. Το προεδρικό σύστημα λοιπόν δεν κατοχύρωνε την ενσωμάτωση και των δύο πλευρών στο πολιτικό σύστημα. Αντίθετα η ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον Πρόεδρο ο οποίος κατόρθωσε να το ελέγξει απόλυτα. Γι αυτό και κατά τη μεταβατική περίοδο το ΑΚΕΛ αντιδρά έντονα στις μεθοδεύσεις του Μακαρίου και των ξένων. Όταν ο Μακάριος αποφασίζει να ενσωματώσει το ΑΚΕΛ στο πολιτικό σύστημα (παραχώρηση 5 εδρών στη Βουλή ), οι αντιδράσεις του μετριάζονται. Το πολιτικό πρόβλημα όμως είναι πως η ενσωμάτωση της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα εξαρτιόταν από τον Πρόεδρο ο οποίος μπορούσε να αποφασίσει: ενσωμάτωση ή αποκλεισμό;
Παράλληλα η ταξική/ιδεολογική διαίρεση της ελληνοκυπριακής κοινωνίας έβρισκε έκφραση στους τοπικούς κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς και όχι στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας. Ήταν μια έντονα πολιτικοποιημένη κοινωνία και οι τοπικοί πολιτικοί θέσμοι αποκτούσαν περιεχόμενο όχι όπως σήμερα στη βάση της επίλυσης τοπικών προβλημάτων, αλλά στη βάση ζητημάτων που αφορούσαν τη σύνολη κοινωνία, το κοινό συμφέρον. Γι αυτό και ως το 1959 οι δήμαρχοι των ελληνικών πόλεων νομιμοποιούνται να αποφασίζουν σε πολιτικά ζητήματα ως εκφραστές του κοινού καλού.Ακόμα η ταξική διαίρεση εκφράζεται και μέσα από διάφορες οργανώσεις της λεγόμενης σήμερα κοινωνίας των πολιτών.
Σε αυτά τα πλαίσια δημιουργείται μια πολιτεία με υπέρμετρες εξουσίες στον Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο και με δυνατότητα ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού – μερικού ή ολικού - ή αλλιώς δυνατότητα δημιουργίας πολιτικών ή εθνοτικών μειονοτήτων!!!
Πώς εξελίσσεται η πολιτική διαδικασία που παραπέμπει στους θεσμούς του πολιτικού συστήματος; Πώς αναπτύσσεται η πολιτική δυναμική που βασικά καταγράφει την κοινωνική αντιπαράθεση πέραν του συστήματος;
Η πιο πάνω προσέγγιση είναι αυτονόητα αποσπασματική γιατί επικεντρώνεται στο προεδρικό σύστημα και την κοινωνία. Μια πιο ολοκληρωμένη ιστορική αφήγηση της σύνολης κοινωνίας θα αφαιρούσε κάποια στοιχεία αλλά και θα προσέθετε κάποια άλλα που επηρεάζουν την πολιτική δυναμική στη συνέχεια.
Προσωπικά εκτιμώ ότι το συμφέρον της κοινωνίας και ιδιαίτερα μιας διαιρεμένης κοινωνίας, όπως η κυπριακή σήμερα, δε συνάδει με προεδρικά - προσωποπαγή και ανταγωνιστικά – συστήματα. Η συνεργασία, η συλλογικότητα, ο διάλογος και η επίλυση διαφορών απαιτούν νέους συλλογικούς θεσμούς. Το άτομο αναγκαστικά θα υπηρετεί το όλον και όχι να ιδιοποιείται την εξουσία για χάριν του όλου.
Αλλά ούτε και το1959 το συμφέρον της κοινωνίας συνήδε με το προεδρικό σύστημα.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

Περί της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή μια απόπειρα διαλόγου με αφορμή ένα κείμενο του Ν. Τριμικλινιώτη

Ο Ν. Τριμικλινιώτης δημοσίευσε ένα κείμενο στην εφ. ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ( 3/8/2008 ) με τίτλο: «Χρειάζονται αναθεώρηση τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας»;
Τα σχολικά βιβλία ιστορίας σίγουρα χρειάζονται αναθεώρηση. Αυτό για μένα είναι δεδομένο.
Για να τεκμηριώσει την άποψή του ο κ. Τριμικλινιώτης φέρνει συγκεκριμένα παραδείγματα: «μια περίεργη μουμιοποίηση της ιστορίας» αναφορικά με τη λεγόμενη συνέχεια του ελληνικού έθνους και τη ρατσιστική απεικόνιση του «βάρβαρου άλλου».
«Η χωροχρονική μουμιοποίηση και οικειοποίηση του παγκόσμιου πολιτισμού (ενν. από το ελληνικό έθνος ) είναι άτοπη, ανιστόρητη και σοβινιστική» υποστηρίζει ο Ν. Τριμικλινιώτης. Είναι «εσφαλμένη» λοιπόν η αντίληψη περί της συνέχειας του ελληνικού έθνους.
Αν κάποιος συμφωνήσει με την άποψη του κ. Τριμικλινιώτη, τότε απαραίτητα πρέπει να δώσει και μια άλλη ερμηνεία του ελληνικού φαινομένου. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της γνωσιολογίας και της μεθοδολογίας για τη προσέγγιση των ελληνικών κοινωνιών, δηλαδή της ερμηνείας του κοινωνικο-πολιτικού γίγνεσθαι.
Με ποιο μέτρο θα αξιολογηθεί το κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο στις ελληνικές κοινωνίες; Και σίγουρα δε θα είναι το «παράδειγμα» της εποχής μας.Δε θα είναι δηλαδή η αντίληψη της νεοτερικότητας για τον κόσμο. Γιατί μια τέτοια προσέγγιση σαφέστατα εμπεριέχει μια αξιολόγηση. Δηλαδή θεωρεί το βιούμενο ως το ανώτερο στάδιο της εξέλιξης του ανθρώπου και έχει την απαίτηση να υποτάσσει και να αξιολογεί τους πάντες και τα πάντα με βάση το διατακτικό της. Θέλω να πω ότι η αντίληψη της δύσης για τον κόσμο δεν είναι δυνατόν να έχει καθολική ισχύ.
Εφόσον λοιπόν η ιστορία είναι επιστήμη απαιτείται να συγκροτήσει ένα «καθολικής αξίωσης γνωσιολογικό επιχείρημα» για την κατανόηση και του παρελθόντος και του παρόντος και του μέλλοντος. Η προσέγγιση του σύνολου ιστορικού γίγνεσθαι , της εξέλιξης του κοινωνικού ανθρώπου απαιτεί να απεγκλωβιστεί η επιστήμη και οι ιστορικοί απο τις βιωματικές δουλείες της συγχρονίας και τις συνεπακόλουθες ιδεολογικές αγκυλώσεις.
Γιατί και ο βιούμενος χρόνος είναι ένα απλό στάδιο του καθόλου ανθρώπινου βίου και δεν μπορεί να αναγέται σε ιδεολογία με αξίωση επιστημονικής εγκυρότητας. Μια τέτοια προσέγγιση είναι επίσης αυθαίρετη, ανιστόρητη και αντιδραστική.
Για το ζήτημα της συνέχεια του ελληνικού έθνους είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί το θεμελιώδες: όταν αναφερόμαστε στο ελληνικό έθνος εννοούμε αυτό που η νεοτερικότητα ορίζει ως έθνος ή εννοούμε το περιεχόμενο που οι ελληνικές κοινωνίες απέδιδαν στο έθνος;