skip to main |
skip to sidebar
Σε δηλώσεις του που δημοσιέυτηκαν στον τύπο στις 21/3/2009 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε:"Έχω εκπλαγεί. Ως πολίτης αντιδρώ γιατί αυτή η απόφαση αποτελεί πρόκληση στο περί δικαίου αίσθημα και του τελευταίου πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπό αυτή την έννοια με θλίβει το γεγονός. Σημείωσε ωστόσο ότι σέβεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης".
Τι μας λέει ο Πρόεδρος;
Ως πολίτης λυπούμαι γιατί λυπούνται όλοι οι πολίτες. Αλλά ως φορέας εξουσίας σέβομαι τις αποφάσεις της δικαστικής εξουσίας. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι η αποθέωση του λαϊκισμού. Τελικά κύριε Πρόεδρε , με ποιους είσαι; Με τους κάτω που αντιδρούν ή με τους πάνω που σέβονται; Γιατί κύριε Πρόεδρε, αντιδράς γιατί δε σέβεσαι την απόφαση. Ή σέβεσαι την απόφαση ως φορέας της κρατικής εξουσίας , οπόταν θα στραφείς εναντίον των αντιδράσεων γιατί σε αμφισβητούν!!! Κάτι που ήδη κάνεις!!! Δε γίνεται , κύριε Προεδρε, να υποστηρίζεις ταυτόχρονα δυο αντίθετες θέσεις!!!
Φυσικά τα γράφει καλύτερα από μένα ο Νόαμ Τσόμσκι:
«Αν και όταν οι άνθρωποι, που ο θεσμικός τους ρόλος τους επιτρέπει να ασκούν εξουσία, διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από το θεσμικό περιβάλλον στο οποίο ανήκουν και γίνουν ανθρώπινα όντα, φορείς ηθικής, τότε θα μπορέσουν να συνενωθούν με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Όσο όμως διαδραματίζουν το ρόλο τους ως άνθρωποι που ασκούν εξουσία, δεν αξίζει τον κόπο να τους απευθύνεις το λόγο. Είναι σπατάλη χρόνου»
Αναγκαστικά λοιπόν δε συνεχίζω, για να μη χάνω την ώρα μου.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2005 μια ομάδα αστυνομικών κακοποίησε δύο νεαρούς. Αυτό το γεγονός είναι αδιαμφισβήτητο.
Στις 19 Μαρτίου 2009 το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας αθώωσε τους δέκα κατηγορούμενους αστυνομικούς. Και αυτό είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο.
Γιατί λοιπόν οι ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν;
Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Δηλαδή την ταύτισή του με την κρατική εξουσία η οποία ευφυώς διαχωρίζεται σε εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική. Στην ουσία είναι μία και αδιαίρετη κρατική εξουσία και σήμερα αυτός που ελέγχει την λεγόμενη εκτελεστική εξουσία είναι κύριος όλων των επιμέρους εξουσιών.
Όλοι οι φορείς της κρατικής εξουσίας ουσιαστικά επιβιώνουν ασκώντας εξουσία επί των πολιτών, νόμιμη ή παράνομη. Τα συμφέροντά τους είναι κοινά και αντίπαλός τους είναι η κοινωνία.Μια κοινωνία που θα πρέπει να ιδιωτεύει και οι ίδιοι ανενόχλητοι να την κατέχουν, ως νέοι φεουδάρχες.
Η αστυνομία αποτελεί κομβικό σημείο στην διαιώνιση της αυταρχικής κρατικής εξουσίας. Γιατί οι λίγοι για να κατέχουν τους πολλούς, είναι υποχεωμένοι να ασκούν βία. Η αστυνομία λοιπόν είναι ο θεματοφύλακας των συμφερόντων της κρατικής και οικονομικής ολιγαρχίας. Αυτό το γνωρίζουν οι φορείς της εξουσίας. Γι αυτό και ουδέποτε καταδικάστηκε ενώπιον δικαστηρίου κάποιος αστυνομικός για τις ποικίλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών. Γιατί η τωρινή περίπτωση είναι μια από τις πολλές που κακοποιήθηκαν πολίτες από αστυνομικούς. Και σε όλες τις περιπτώσεις έμειναν ατιμώρητοι.
Το ιδιαίτερο στο γεγονός της 20ης Δεκεμβρίου 2005 ήταν η βιντεογράφηση και η προβολή της κακοποίησης των νεαρών με αποτέλεσμα ο πολίτης να έχει βέβαιη άποψη για το συμβάν. Η κοινοποίηση του γεγονότος και η αγανάκτηση των πολιτών για την εξώφθαλμη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ουσιαστικά εξανάγκασε την κρατική εξουσία να οδηγήσει την υπόθεση στο δικαστήριο. Αυτή η επιλογή δεν ήταν αποτέλεσμα της υψηλής δικαιϊκής αντίληψης των φορέων της εξουσίας, δηλαδή δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της βούλησης. Ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Και είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι η κρατική εξουσία θα φρόντιζε να τιμωρηθούν οι ένοχοι αστυνομικοί. Μια τέτοια επιλογή ουσιαστικά θα οδηγούσε βραχυπρόθεσμα στην απώλεια του κυρίαρχου στηρίγματος της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας.
Τις προθέσεις τους λοιπόν η εκτελεστική εξουσία, η νομοθετική εξουσία, τα κόμματα, ο Γενικός Εισαγγελέας, η Αστυνομία τις είχαν φανερώσει από την αρχή του ξυλοδαρμού των νεαρών, για όσους φυσικά θυμούναι. Απλώς τώρα και η δικαστική εξουσία με διάφορες μεθοδεύσεις συνέπλευσε με τη βούληση των άλλων «διακρινόμενων εξουσιών». Η συγκεκριμένη απόφαση υποδηλώνει ότι και η λεγόμενη δικαστική εξουσία εν πλήρει συνειδήσει ή σπρωγμένη από το κατασκευασμένο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης (όχι το βίντεο), ταυτίζεται πλήρως με τα συμφέροντα της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας και όχι του πολίτη.
Σε ποια συμπεράσματα μπορεί να οδηγηθεί ο πολίτης με βάση την απόφαση του κακουργιοδικείου;
1. Η κυρίαρχη κρατικής εξουσία είναι ενωμένη και αδιάσπαστη. Για την επιβολή της θέλησής της στους πολίτες χρησιμοποιεί όχι το δίκαιο αλλά τη δύναμή της.
2. Οι θεατρινισμοί και οι αντιδράσεις και οι αγανακτήσεις διαφόρων επωνύμων από τα ΜΜΕ στοχεύουν απλώς να απορροφήσουν τη λαϊκή οργή. Δεν έχουν καμία απολύτως πολιτική σημασία. Είναι ένα συνηθισμένο κατασκευασμένο παιγνίδι της ολιγαρχίας για εξαπάτηση των πολιτών. Δηλαδή οι ένοχοι οργίζονται κουρδισμένα, όχι γιατί το θέλουν αλλά προσποιητά, ώστε να ταυτιστεί ο πολίτης μαζί τους και να μην αντιδράσει εναντίον τους.
3. Επιλογή της κρατικής εξουσίας είναι η δημιουργία συνθηκών μεγαλύτερης αβεβαιότητας στον πολίτη – πολιτικής, οικονομικής, δικαιικής – ώστε να διευκολυνθεί η υποταγή του στα κελεύσματα των ολιγαρχικών σε μια περίοδο που η αμφισβήτηση τους είναι αναπόφευκτη.
4. Η διεχέτευση του σαφούς μηνύματος στην κοινωνία ότι η χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας είναι μονόδρομος. Δηλαδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την εξουσία εναντίον του πολίτη αλλά σε καμία περίπτωση από τον πολίτη εναντίον της εξουσίας.
Επίλογος
Για όσους δεν είναι τυφλωμένοι, είναι αντιληπτό μέσα από δεκάδες παραδείγματα ότι ο λεγόμενος νόμος υπάρχει για να επιβαλλουν οι ισχυροί τη θέλησή τους στους ανίσχυρους, για να υποτάσσονται οι πολίτες στους φορείς της κρατικής εξουσίας. Το αντίστροφο δεν ισχύει και ούτε υπάρχει κάποιος μηχανισμός ελέγχου των πάνω από τους κάτω. Ο πολίτης λοιπόν πρέπει να μάθει να σκύβει το κεφάλι και να σιωπά. Αν τολμήσει να αντιδράσει , υπάρχει και η βία. Και αν τρέφει ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να βρει το δίκιο του, τότε απλώς θα αντιληφθεί πως θα του μείνει το ξύλο. Αυτό είναι και το πολιτικό μήνυμα της αθωωτικής απόφασης της δικαστικής εξουσίας στις 19 Μαρτίου 2009.
Πραγματικά ήταν συγκινητικό το στήσιμο της νέας αστυνομκής επιχειρήσης «σκούπα για τους αλλοδαπούς». Έτυχε της κατάλληλης προβολής απο τα ΜΜΕ, βελτιώθηκε η εικόνα της αστυνομίας, είχαν δουλειά οι δημοσιογράφοι κλπ.. Κλούβες, εξακρίβωση στοιχείων, κλαμένα μάτια, απελάσεις...Πραγματικά συγκινητικό το στήσιμο της επιχείρησης «ξεκαθαρίσματος»: από τη μια η μεγαλειώδης δύναμη της κρατικής εξουσίας και από την άλλη ο απροστάτευτος και φοβισμένος άνθρωπος – λάθος – εννοώ αλλοδαπός.
Μετά σκέφτηκα ότι αυτή η νέα στρατηγική κατά της παράνομης μετανάστευσης είναι από την «αριστερή και προοδευτική» κυβέρνηση Χριστόφια. Μετά θυμήθηκα την όντως αποφασιστική Υπουργό Εργασίας για «επανακαθορισμό της στρατηγικής απασχόλησης αλλοδαπών». Φυσικά με αυτό το βαρύγδουπο τίτλο υποδηλώνεται πολύ απλά το δόγμα « διώξτε τους ξένους, προέχει η εργασία των ντόπιων».
Αν το διαβάσουμε διαφορετικά θα πούμε το εξής:
«Μηδενική ανοχή στους ξένους»
Ο οικονομικός μετανάστης μη όντας πολίτης του κράτους δεν μπορεί να υποστηρίξει το δικαίωμά του στην εργασία. Η παρουσία του εδώ στηριζόταν αποκλειστικά στην ανοχή και τώρα η ανοχή τερματίζεται. Το κράτος παίρνει μαι σκούπα για να τον εξαποστείλει. Η παρουσία του οικονομικού μετανάστη αποτελεί απειλή για την εργασία του πολίτη. Έτσι καλλιεργείται ένας δυισμός: από την μια η εργασία του πολίτη και από την άλλη η εργασία του μετανάστη. Τέτοιες προσεγγίσεις προάγουν την ξενοφοβία και το ρατσισμό και μια νέα αντιπαλότητα. Τέτοιες προσεγγίσεις φανερώνουν και το ποιος θα κληθεί να πληρώσει το κόστος της κρίσης, δηλαδή την αθλιότητα της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας θα την πληρώσει ο φτωχός και ο μετανάστης!!!
«Δεν είμαστε όλοι άνθρωποι» Το γεγονός ότι ο οικονομικός μετανάστης είναι άνθρωπος δε μετρά καθόλου. Εξάλλου και τα ανθρώπινα δικαιώματα μια ρητορία είναι. Γιατί οι μετανάστες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ιδιότητά τους ως ανθρώπων για να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους. Δυστυχώς οι λέξεις αποκτούν νόημα σύμφωνα με τη βούληση του πιο ισχυρού. Αυτός δίνει το αληθινό νόημα των λέξεων κατά το δικό του συμφέρον.
«Η αντιστροφή της ιστορίας της αριστεράς»
Και έτσι για να θυμόμαστε και λίγη ιστορία: Πριν μερικές δεκαετίες στη θέση των οικονομικών μεταναστών από τρίτες χώρες, βρίσκονταν οι ντόπιοι οικονομικοί μετανάστες – πρώην αγρότες. Αυτοί οι οικονομικοί μετανάστες εντός του κράτους βίωναν όσα βιώνουν σήμερα οι «ξένοι» μετανάστες: χωρίς πολιτικά δικαιώματα, χωρίς καμία προστασία της εργασίας. Το τότε προλεταριάτο που βίωνε ανάλογα φαινόμενα εντός του κράτους, είχε τότε την υποστήριξη της Αριστεράς. Σήμερα η Αριστερά με μια σκούπα στο χέρι καθαρίζει την κοινωνία από τους παράνομους μετανάστες.
«Η ελπίδα»
Το μόνο παρήγορο είναι ότι στην Κύπρο υπάρχει ένα ελεύθερο κίνημα αντι-εθνικιστικό και αντι- ρατσιστικό και δι-εθνιστικό και φιλ-ειρηνικό , το οποίο μετά τη ρατσιστική συμπεριφορά της κυβέρνησης Χριστόφια αντέδρασε κατάλληλα με τη σιωπή του.
Στην ιστορία και την πολιτική μπορεί να αντικρύζεις και να ερμηνεύεις την πραγματικότητα είτε ως δύναμη είτε ως εξουσία είτε ως ελευθερία. Οι ολιγαρχικοί έχουν κάθε συμφέρον να προσεγγίζουν τα πράγματα με βάση τη δύναμη ή την εξουσία γιατί έτσι διαποτίζουν τη συνείδηση της κοινωνίας ότι αυτή είναι η πραγματικότητα, δηλαδή το συμφέρον των λίγων. Αυτή η προσέγγιση είναι η κυρίαρχη μέσα στα κόμματα- έτσι τους συμφέρει -, τους ειδικούς – έτσι τους συμφέρει αφού πωλούν «την πραμάτεια» τους και αποκομίζουν πλούτο, προνόμια και εξουσία -, το κεφάλαιο –έτσι το συμφέρει. Και το κυπριακό πρόβλημα αντικρύζεται με βάση τούτη την κυρίαρχη λογική.
Το συμφέρον της κοινωνίας – όχι το λεγόμενο εθνικό, γενικό ή δημόσιο συμφέρον – επιβάλλει να αντικρύζεις την πραγματικότητα με βάση την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών. Σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα αυτή η προσέγγιση υποδηλώνει δυο παραδοχές.
1.Όταν οι Ελληνοκύπριοι υποστηρίζουν ότι το κυπριακό πρόβλημα είναι «πρόβλημα εισβολής και κατοχής»- ανεξάρτητα αν δεν αντικατοπτρίζει την ιστορική πραγματικότητα- αυτό σαφέστατα εκφράζει μια αυτονόητη αρχή. Δηλαδή η απαίτηση των Ελληνοκυπρίων είναι η κατοχύρωση της ελευθερίας έναντι τρίτου «άλλου»,έναντι δηλαδή ενός ξένου κράτους. Στην πράξη η ελευθερία έναντι τρίτου σημαίνει ότι εξασφαλίζεται και η ισότητα του κράτους έναντι όλων των άλλων κρατών.
Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορείς να δημιουργήσεις μια πολιτεία , αν δεν είσαι ελεύθερος απέναντι σε ξένες δυνάμεις/κράτη. Τότε ισχύει αυτό που είπε κάποτε το ΑΚΕΛ για «κηδευομένη ανεξαρτησία».
Επομένως μια βασική αρχή για λύση του κυπριακού είναι η ελευθερία έναντι τρίτου, που διεκδικούσαν και διεκδικούν οι Ελληνοκύπριοι. Και ο Ταλάτ όταν επιμένει σε τουρκικές εγγυήσεις ουσιαστικά τορπιλλίζει την προσπάθεια για λύση.Γιατί εννοεί τη δημιουργία όχι μιας ελεύθερης πολιτείας,αλλά μιας εξαρτημένης.
2. Από την άλλη όταν οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν «πολιτική ισότητα» προβάλλουν επίσης μια αυτονόητη αρχή. Ότι δηλαδή οι ίδιοι ως εθνοτική ομάδα θέλουν να έχουν το δικαίωμα να αυτοκαθορίζονται – όπως και οι Ελληνοκύπριοι – και να μην μετατραπούν σε μειονότητα πολιτική. Δηλαδή οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν να είναι ελεύθεροι στα πλαίσια της πολιτείας που θα εγκαθιδρυθεί.
Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορείς να αρνείσαι την ελευθερία της όποιας εθνοτικής ομάδας. Είναι αστείο να λες «θέλω εγώ να είμαι ελεύθερος αλλά όχι και εσύ».Οι Ελληνοκύπριοι λοιπόν οφείλουν να σεβαστούν την ελευθερία των Τουρκοκυπρίων, όπως απαιτούν από τους τρίτους άλλους να σεβαστούν τη δική τους ελευθερία.
Τελικά η αρχή που διακυβεύεται στο κυπριακό πρόβλημα είναι μόνο μία, η διεκδίκηση της ελευθερίας: οι Ελληνοκύπριοι έναντι τρίτων και οι Τουρκοκύπριοι εντός του κράτους για να μην μετατραπούν σε πολιτική μειονότητα. Και οι δυο αρχές είναι προς το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας να επικρατήσουν. Και το πιο σημαντικό , δεν μπορούν να είναι διαπραγματεύσιμες, είναι δηλαδή εκ των ων ουκ άνευ για τη λύση του κυπριακού.
Γι αυτό και τα «πάρε-δώσε» , μια κατεξοχήν οικονομίστικη προσέγγιση ενός πολιτικού προβλήματος, δε με βρίσκουν σύμφωνο. Γιατί δεν μπορώ να ζητήσω από τον οποιοδήποτε να διαπραγματευτεί την ελευθερία του στα πλαίσια ενός «πάρε-δώσε». Υπάρχουν πολιτικές αρχές που είναι αδιαπραγμάτευτες, εάν θέλουμε να ονομαζόμαστε ακόμα «άνθρωποι».
Φυσικά στην πράξη αυτό που επικρατεί σήμερα διεθνώς και στην Κύπρο, είναι ο νόμος της δύναμης. Έτσι ουσιαστικά στο κυπριακό πρόβλημα θα ικανοποιηθούν οι διεθνείς και τοπικοί ηγεμόνες με βάση τη δύναμή τους, αλλά απομειώνοντας ταυτόχρονα την ελευθερία των πολιτών και της συνολικής κοινωνίας. Δηλαδή αυτό που ονομάζουν κάποιοι συμβιβασμό είναι πόσες ελευθερίες θα αφαιρέσουν από τους πολίτες και τη συνολική κοινωνία (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους )και να τις δώσουν στη Τουρκία,στην Ελλάδα, στη Βρετανία, στο Χριστόφια, στον Ταλάτ και πάει λέγοντας.Ό,τι απομείνει θα είναι ο ενωμένος και περήφανος κυπριακός λαός!!!
Μετάνοια: «το αίσθημα ψυχικής συντριβής, ντροπής ή λύπης που αισθάνεται κανείς, όταν συνειδητοποιήσει το κακό ή το σφάλμα που διέπραξε και η διάθεσή του να αλλάξει τρόπο σκέψεως, να το επανορθώσει και να συγχωρηθεί. ΣΥΝ. Παράκληση, ικεσία». Αυτά αναφέρει στο λεξικό του ο κ. Μπαμπινιώτης.
Εγώ δε θα αναφεθώ στην ατομική μετάνοια. Είναι προσωπική υπόθεση. Θα αναφερθώ στη νέα κατασκευή του παρόντος, τη γενικευμένη μετάνοια ή τη συλλογική μετάνοια.
Αυτή η σκέψη μου ήρθε στο μυαλό προσπαθώντας να κατανοήσω τα όσα διαδραματίζονται στην Κύπρο με αφορμή την ιστορία και την επικέντρωση στα εγκλήματα που διεπράχθησαν από κάποιους Ελληνοκύπριους και κάποιους Τουρκοκύπριους.
Τό ό,τι διεπράχθησαν εγκλήματα είναι αδιαμφισβήτητο και από τις δύο πλευρές. Η ιστορία πιθανόν να τα καταγράψει, αν και είναι πιο σημαντικό να κατανοήσει κάποιος το «κινούν αίτιον» των εγκλημάτων, δηλαδή τις συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που γέννησαν τα εγκλήματα στηριγμένος στο εμπειρικό υλικό των πηγών. Για να καταλάβουμε γιατί τότε εγκληματούσαν οι μεν εναντίον των δε.
Επίσης κάποιος μπορεί να επικεντρωθεί στα εγκλήματα για να επιζητήσει την απόδοση πολιτικών ή και ποινικών ευθυνών. Και είναι θεμιτό ή ακόμα και επιβεβλημένο.
Το πρόβλημα είναι άλλο. Δηλαδή καταβάλλεται μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσει ο λαός ότι «Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εγκληματίσαμε τότε» και να ενοχοποιηθούν τα εθνοτικά σύνολα του παρελθόντος. Στη συνέχεια προβάλλεται η θέση ότι σήμερα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι είμαστε ένοχοι στο παρόν και να ζητήσουμε συγνώμη ο ένας από τον άλλο!!!
Δηλαδή χρησιμοποιούνται τα εγκλήματα κάποιων του παρελθόντος για να ενοχοποιηθούν συλλήβδην Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι και στη συνέχεια, το εγκληματικό παρελθόν κάποιων προβάλλει την ανάγκη στο παρόν για μετάνοια όλων!!! Αυτή την προσέγγιση ονομάζω χρήση της ιστορίας ως μετάνοιας.
Κάποιες επισημάνσεις είναι αναγκαίες:
1. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει κάποια επιστημονική βάση. Εξυπηρετεί κάποιες ιδεοληψίες του παρόντος. Και απλώς βρίσκονται κάποιοι ιστορικοί που χρησιμοποιούν την ιστορική γνώση για να υποτάξουν τους ανθρώπους σήμερα στα κελεύσματα των τοπικών και διεθνών ηγεμόνων.
2. Είναι ηθικολογική αφού η επικέντρωση στα εγκλήματα του παρελθόντος στοχεύει στη μετάνοια των τωρινών. Η μετάνοια ως μετα-φυσική και ηθικο-λογική προσέγγιση της πραγματικότητας είναι βαθιά α-πολιτική. Δηλαδή ένα πρόβλημα πολιτικό του παρόντος ,που απαιτεί μια πολιτική απάντηση, μεταμφιέζεται. Προσαρμόζω την ιστορία σε μια ανάγκη ηθική του παρόντος, να ζητήσω συγγνώμη εγώ σήμερα για τους ομοεθνείς που εγκλημάτισαν τότε!!!
3. Ταυτόχρονα αυτή η ηθικολογική προσέγγιση λειτουργεί στη βάση της ανήθικα. Δηλαδή στην αδυναμία των τωρινών να δώσουν πολιτική απάντηση σε ένα πρόβλημα, ενοχοποιείται το παρελθόν. Έτσι η ευθύνη μεταφέρεται από τις τωρινές γενιές στις περασμένες στα πλαίσια μιας εικονικής αθώωσης των τωρινών ηγεμόνων.
Έτσι πλάθεται ο μύθος, δηλαδή κατασκευάζεται μια ιστορία για κατανάλωση από τους «αμαθείς», ότι οι Ελληνοκύπριοι ή Τουρκοκύπριοι εγκλημάτισαν ο ένας σε βάρος του άλλου. Φυσικά αυτη η αφελής προσέγγιση είναι ιστορικά αστήρικτη και εδράζεται σε μια ρατσιστική λογική. Γιατί δεν είναι όλοι οι Ελληνοκύπριοι ή οι Τουρκοκύπριοι εγκληματίες ,αλλά έχουν συγκεκριμένα ονόματα!!!
4. Η γενικευμένη ενοχοποίηση του παρελθόντος στοχεύει στη γενικευμένη μετάνοια. Από πολιτική άποψη αυτό σημαίνει τη δημιουργία ενός ατόμου-καταναλωτή, όχι πολίτη, που θα είναι συνειδητά αποκομμένο από το παρελθόν, χωρίς ιστορική μνήμη, ένα άτομο που θα είναι απο-συνδεδεμένο και ξερι-ζωμένο και περιορισμένο στον εαυτό του, το εφήμερο και το φευγαλέο. Κανένας δε θα θέλει να ταυτίζεται με το «ένοχο παρελθόν» του.
5. Η εργαλειοποίηση της ιστορίας από επαγγελματίες ηθικολόγους μεταλλαγμένους σε εκσυγχρονιστές ιστορικούς αγγίζει τα όρια της γελοιότητας αφού η βάση της προσέγγισής τους είναι η αναδρομική αγανάκτηση ή έκφραση εκδικητικού πνεύματος απέναντι σε ένα παρελθόν με τη μορφή μιας θρηνολογίας: θρηνούμε για τα εγκλήματα του τότε, θρηνούμε γιατί υπάρχει ο φόβος να επανέλθουν!!!
6.Αυτή η εκσυγχρονιστική προσέγγιση της ιστορίας – που δεν είναι ιστορία – στοχεύει στη δημιουργία μιας νέας ενιαίας σκέψης που θα αντικαταστήσει την απελθούσα εθνοκρατική ενιαία σκέψη. Χρησιμοποιεί τις ίδιες ακριβώς μεθόδους στα πλαίσια του κράτους και είναι το ίδιο φανατική όπως η εθνοκρατική προσέγγιση. Δεν αποδέχονται οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση της πραγματικότητας και στοχεύουν στη δημιουργία νέων «ψευδών συνειδήσεων». Είναι δηλαδή εχθροί της πολλαπλότητας των ερμηνειών του ιστορικού γίγνεσθαι, δηλαδή των απόψεων πάνω στην κοινωνική εξέλιξη. Βασικά είναι κληρονόμοι και φύλακες –όπως ακριβώς και στο πολιτικό σύστημα- του θεολογικού/θρησκευτικού δογματισμού του μεσαίωνα και απεχθάνονται την ελεύθερη σκέψη.
7. Αυτή η πρόσληψη και η ερμηνεία της πραγματικότητας τους ωθεί στο ηθικολογικό δίλημμα: με τους «καλούς» ή με τους «κακούς». Ή ακόμα χειρότερα : «να τοποθετηθείς ξεκάθαρα»!!! Με τέτοιες υπερ-απλουστεύσεις προσεγγίζουν την πραγματικότητα. Και όσο αυξάνεται η ανοησία και η κακο-ήθεια, τόσο οι νέοι «ευαγγελιστές» γίνονται πιο αδιάλλακτοι. Γιατί η αδιαλλαξία αυξάνεται με την ασημαντότητα. Η μία και μόνη ασημαντότητα, ξεχνούν από άγνοια ή εσκεμμένα, πως συμβαδίζει με την αναγωγή στον Χίτλερ.
Συμπέρασμα: οι εκσυγχρονιστές/ νεο-εθνοκρατιστές είναι τόσο επικίνδυνοι όσο και οι παραδοσιακοί εθνοκρατιστές. Γιατί δεν έχουν καμία απολύτως πολιτική πρόταση.
Και οι μεν και οι δε ταυτίζουν το έθνος και το πολιτικό σύστημα με το κράτος. Οι μεν εκφράζουν «το ρωμαλέο έθνος» , οι δε «το μετανοημένο έθνος». Είναι και οι δυο εξουσιοκεντρικοί και αδυνατούν να δώσουν πολιτικές προτάσεις για τα προβλήματα του παρόντος. Και οι μεν ονειρεύονται τις δόξες του παρελθόντος και οι δε προσδοκούν ένα φαντασιακό κοσμοπολιτισμό. Είναι δηλαδή εκτός πραγματικότητας. Συγχύζοντας όμως την προσδοκία με την πραγματικότητα προάγουν συνειδητά ή ασυνείδητα νέες τυραννίες σε βάρος των πολιτών και της κοινωνίας.
Και ο πολίτης; Είναι ελεύθερος να επιλέξει το «δήμιό» του!!! Δηλαδή αποφασίζει ότι θα είναι το παντοτινό θύμα!!!
Ο κάθε αρμόδιος έχει ευθύνη για τους χειρισμούς που γίνονται με τις πράξεις του. Ευθύνη έχει και για τις παραλείψεις του. Ο κάθε πολιτικός που αναλαμβάνει εξουσία στο κράτος, ταυτόχρονα έχει κάποιες αρμοδιότητες για τις οποίες είναι υπεύθυνος απέναντι στην κοινωνία.
Όταν λοιπόν ένας πολιτικός που κατέχει ένα αξίωμα του κράτους με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, δηλώνει ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος, τότε εξαπατά τον εαυτό του και την κοινωνία. Και το χειρότερο είναι ότι παρουσιάζεται ως ανεύθυνος για τις πράξεις του. Το ανεύθυνο και το απαραβίαστο του «μονάρχη» είναι επικίνδυνο για την κοινωνία. Γι αυτό και οι λαοί αγωνίστηκαν να θεμελιώσουν κράτος δικαίου, με κατανομή αρμοδιοτήτων και ευθυνών.
Η πολιτική ανευθυνότητα στην Κύπρο είναι από τις πιο εξελιγμένες παγκοσμίως!!! Το τι σκαρφίζονται οι πολιτικοί για να μην αναλάβουν τις πολιτικές ευθύνες τους ή να τις αναλάβουν εικονικά, δεν μπορεί να περιγραφεί. Και η πολιτική ανευθυνοποίησης είναι συμφυής με το πολιτικό σύστημα, αφού δεν υπάρχει πολιτικό δίκαιο.
Ο Πρόεδρος Χριστόφιας λοπόν στη δημοσιογραφική συνέντευξή του (6/3/2009) επέρριψε τις ευθύνες για το θέμα της εκ περιτροπής προεδρίας και το θέμα των εποίκων στους προκατόχους του. Είναι ένα άλλο δείγμα ανευθυνοποίησης πολιτικού ανδρός. Εδώ ο Πρόεδρος χρησιμοποίησε την γνωστή μέθοδο μετάθεσης ευθύνης: φταίει ο ιμπεριαλισμός, φταίει η Τουρκία, φταίει η προηγούμενη κυβέρνηση, φταίνε οι προηγούμενοι διαπραγματευτές.
Όταν λοιπόν ο Πρόεδρος δηλώνει ότι για το γεγονός ότι υπέβαλε ο ίδιος πρόταση στον Ταλάτ για την εκ περιτροπής προεδρία , ευθύνονται οι προηγούμενοι πρόεδροι που το αποδέχτηκαν, τι σημαίνει αυτό;
1.Δεδομένου ότι στη συνέντευξή του ο Πρόεδρος προέβαλε ως μαρτυρία για ενίσχυση της θέσης του τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν, τότε οι προηγούμενες αναφορές του ότι «το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό» αποτελούν ψεύδος και εξαπάτηση των πολιτών.
2. Φυσικά στο προεκλογικό του πρόγραμμα- το νέο «ευαγγέλιο»-ξέχασε να μας διαφωτίσει επί του ζητήματος, ώστε να μη διερωτώμαστε. Ότι δηλαδή θεωρεί τον εαυτό του δεσμευμένο από όσα αποδέχτηκαν επί του κυπριακού οι προκάτοχοί του. Δηλαδή παρέλειψε να ενημερώσει τους πολίτες πλήρως επί των θέσεών του.
3. Η ενοχοποίηση του Τάσσου Παπαδόπουλου πως « όταν συζητείτο το σχέδιο Ανάν και έγινε αναφορά σε εκ περιτροπής προεδρία ανά χρόνο, η ε/κ πλευρά δεν το απέρριψε αλλά ζήτησε επέκταση του χρόνου εναλλάγης της εξουσίας», αθωώνει τον κ. Χριστόφια; Δηλαδή ο κ. Χριστόφιας, όντας «συγκυβερνήτης» διαφώνησε με αυτή την προσέγγιση του Τάσσου; Ή συμφώνησε και βγαίνει εκ των υστέρων και τον κατηγορεί για να αθωώσει τον εαυτό του στο παρόν στα μάτια της κοινωνίας;
4. Φυσικά τα πράγματα γίνονται τραγελαφικά όταν διερωτηθείς: αν οι δεσμεύσεις των προηγούμενων προέδρων βρίσκονται σε ισχύ, αν το σχέδιο Ανάν δεν εμφανίστηκε από τον ουρανό, τότε τι απομένει ο κ. Χριστόφιας να διαπραγματευτεί; Τίποτε απολύτως.
Και αν είναι έτσι, τότε τι νόημα έχουν τα συνθήματα για «αρχές με ευελιξία», «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους», «όχι στα χρονοδιαγράμματα και την επιδιαιτησία»; Είναι και αυτά συνθήματα εξαπάτησης της κοινωνίας;
Από την άλλη είναι πιθανόν ο ίδιος να μη συμφωνεί με την εκ περιτροπής προεδρία και απλώς αναγκάστηκε να κάνει κάτι «κακό», κάτι που δεν το ήθελε. Καλά, εφόσον ο ίδιος διαφωνεί με την εκ περιτροπής προεδρία, τότε ποια είναι η πρότασή του για το πολιτικό σύστημα στα πλαίσια μιας λύσης; Μόνο μια απάντηση υπάρχει, η προεδρία να ανήκει σε Ελληνοκύπριο. Σε μια τέτοια περίπτωση συμφωνεί με αυτούς που κατηγορεί ως «εθνικιστές» !!!
Στην πραγματικότητα τώρα η μετάθεση ευθυνών στους προηγούμενους δε συνεπάγεται κάποιο κόστος για τους προηγούμενους προέδρους. Επομένως από πολιτική άποψη συνιστά μια πράξη εκ τους ασφαλούς ενοχοποίησης του άλλου, αφού οι συνέπειες για τον άλλο είναι μηδενικές. Ταυτοχρόνως όμως η ενοχοποίηση του άλλου λειτουργεί εμμέσως ως αθώωση του αποδίδοντος την ετυμηγορία. Είναι δηλαδή μια λαϊκιστική μέθοδος, μια μέθοδος εξαπάτησης των πολιτών.
Τα βρήκε λοιπόν ο Πρόεδρος όλα αυτά, τα κληρονόμησε και προσπαθεί ο ίδιος να διορθώσει πολλά κακώς έχοντα: «προσπαθώ να βελτιώσω με τις δικές μου προτάσεις αυτά που δέχθηκαν οι προκάτοχοί μου». Εδώ ο λαϊκισμός συνδυάζεται με μια σωτηριακού τύπου προσέγγιση της πολιτικής. Οι προηγούμενοι είναι οι καταστροφείς και ο τωρινός είναι ο σωτήρας!!! Το πρόβλημα είναι πως κανένας τόπος δε σώθηκε ποτέ από την καταστροφή με εθνοσωτήριους λόγους!!! Όταν σταματά η πολιτική επιχειρηματολογία, τότε στην πολιτική σκηνή εμφανίζοναι οι σωτήρες και οι μεσσίες!!! Είναι και αυτή μια μέθοδος αποπροσανατολισμού των πολιτών. Και μάλιστα η πιο επικίνδυνη.
Αντί λοιπόν ο κ. Χριστόφιας να μεταθέτει ευθύνες με πολλή δόση λαϊκισμού, ως υπέυθυνος πολιτικός άνδρας θα έπρεπε να υποστηρίξει με επιχειρήματα γιατί κατέθεσε ο ίδιος πρόταση για εκ περιτροπής προεδρία καθώς και τα επιχειρήματα που προέβαλε στον κ. Ταλάτ για να τον πείσει για την ορθότητα της θέση του. Και τα όποια επιχειρήματά του να τα προβάλει μπροστά στην κοινωνία. Έτσιαναβαθμίζεται ο πολιτικός λόγος και οι πολιτικοί και επιδεικνύεται ο απαιτούμενος σεβασμός στο κοινωνικό σώμα.
Με επιχειρήματα λοιπόν ο Πρόεδρος θα έπρεπε να πείσει το λαό και έτσι θα τον προετοίμαζε και για τη λύση. Με τη μέθοδο της ενοχοποίησης των προηγούμενων προέδρων ουσιαστικά ο νυν πρόεδρος ομολογεί ότι προωθεί μια λύση την οποία ο ίδιος δε θέλει. Ο λαός γιατί να τη θέλει; Και ο κ. Χριστόφιας δεν πρέπει να ξεχνά ότι οι προκάτοχοί του , τους οποίους και επικαλείται για να νομιμοποιήσει τις επιλογές του στον παρόντα χρόνα, ο ίδιος ο λαός στη συνέχεια δεν τους νομιμοποίησε στην εξουσία με την ψήφο του, δηλαδή τους «μαύρισε» στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Διέρρευσαν λοιπόν έγγραφα που είχαν κατατεθεί στην τελευταία συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου προς τα ΜΜΕ. Η δημοσιοποίηση των εγγράφων δημιούργησε ένα νέο θέαμα προς κατανάλωση. Ένα νέο θέαμα ,που δεν αφορά την ουσία της πολιτικής αλλά τη σκηνοθεσία της πολιτικής.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει έντονα ενοχλημένος, ο Πρόεδρος της Βουλής εκφράζει τη λύπη του «γι αυτή την κατάντια», οι άλλοι κομματικοί αρχηγοί καταδικάζουν τη διαρροή και τα ΜΜΕ επικαλούνται το δικαίωμα του λαού για ενημέρωση.
Η διαροοή λοιπόν δημιούργησε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους πολιτικούς – ποιος διέρρευσε –και ανάμεσα στα ΜΜΕ και τους πολιτικούς – ενημέρωση/μη ενημέρωση του λαού.
Και το τραγελαφικό ποιο είναι; Ότι οι μεν κομματοκράτορες δεν ενημερώνουν το λαό για το καλό του , οι δε τηλεκράτορες ενημερώνουν το λαό για το καλό του!!! Ποιος εκφράζει τελικά το καλό μας; Ποιος τελικά εκφράζει το λαό;
Φυσικά αυτή η αντιπαράθεση είναι κατά ένα μέρος εικονική με την έννοια ότι αποτελεί καθημερινή πρακτική η διαπλοκή κομματοκρατόρων και τηλεκρατόρων στη σκηνοθεσία της πολιτικής. Από κοινού μετέτρεψαν την πολιτική σε μια θεατρική σκηνή που πιο πολύ μοιάζει με πολιτική επιθεώρηση. Ο ένας παραγωγός της πολιτικής και ο άλλος σκηνοθέτης!!!Κατά ένα μέρος όμως είναι και πραγματική με την έννοια ότι οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ στο όνομα της δύναμης διαπλέκονται με τους φορείς της κρατικής εξουσίας και διαγκωνίζονται ποιος θα επιβάλει τη δική του θέληση. Η τεχνολογική κοινωνία και το νέο επικινωνιακό περιβάλλον ανατρέπει τους συσχετισμούς δύναμης όχι υπέρ των κομμάτων αλλά υπέρ των καναλαρχών, που διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο στην άσκηση της πολιτικής.
Και για τους κομματάρχες όμως και για τους καναλάρχες υπάρχουν κοινές πολιτικές αντιλήψεις. Και οι δυο είναι φορείς διαμεσολάβησης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική/κράτος. Στηρίζουν και οι δυο τη δύναμή τους στην ιδιοκτησία. Και θεωρούν ότι ο πολίτης είναι απλώς ένας πελάτης. Πολιτικά είναι αχειράφετος , αμαθής και άνους και χρειάζεται τους ειδικούς να τον καθοδηγούν και να τον προστατεύουν. Και οι κομματάρχες τον μετατρέπουν σε υπήκοο και οι καναλάρχες σε καταναλωτή. Και κομματάρχες και καναλάρχες ανταγωνίζονται τώρα για τους αχειράφετους κατανάλωτες της πολιτικής: οι φορείς της εξουσίας στο όνομα της προστασίας μας μας υποβιβάζουν σε ιδιώτες και οι καναλάρχες αγωνίζονται να προστατεύσουν την ιδιωτεία μας από τους πολιτικούς!!!
Φυσικά και οι δυο θεωρούν αυτονόητο ότι η πολιτική είναι δική τους υπόθεση και ο πολίτης πρέπει να ιδιωτεύει. Είναι δηλαδή εκφραστές της λογικής του πολιτικού και οικονομικού συστήματος που στηρίζεται στην ιδιοκτησία.
Και έτσι στη νέα φάση της εξέλιξης του πολιτικού συστήματος το δίλημμα του πολίτη είναι μεγάλο: με τους κομματοκράτορες που δε θέλουν να μας ενημερώνουν ή με τους τηλεκράτορες που θέλουν να μας ενημερώνουν; Ο πολίτης θα παραμείνει πελάτης της κρατικής εξουσίας ή θα γίνει πελάτης του καναλάρχη; Κομπάρσος της κρατικής εξουσίας ή κομπάρσος της δύναμης των ΜΜΕ;
Σε κάθε περίπτωση ,και οι μεν και οι δε ο ρόλος που αναθέτουν στον πολίτη είναι ένας, αυτός του κομπάρσου!!!