Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων και η ιδιοκτησιακή λογική των συνομιλητών

Το περίγραμμα της συμφωνημένης λύσης προβλέπει «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα». Αυτό επαναλαμβάνεται φορτικά για να το χωνέψουν άπαντες.
Στα πλαίσια των ομάδων εργασίας που συζητούν το περιεχόμενο της λύσης, η ομάδα που ασχολείται με τη διακυβέρνηση προσδίδει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο στην έννοια της πολιτικής ισότητας. Δηλαδή συζητούν το διαμοιρασμό της πολιτικής εξουσίας της κεντρικής πολιτείας (κράτους) ανάμεσα στους φορείς εξουσίας των δύο κοινοτήτων.
Η έννοια της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων /πολιτειών ταυτίζεται με την συν – ιδιοκτησία του πολιτικού συστήματος. Αφού η πολιτική ταυτίζεται με την εξουσία και η εξουσία είναι ιδιοκτησία του κράτους, οι εκπρόσωποι των δύο κοινοτήτων συνομιλούν ως μελλοντικοί συν-ιδιοκτήτες. Αυτή η προσέγγιση είναι συντηρητική, αντιδραστική και επικίνδυνη.
Αυτό που στην πράξη αντιλαμβάνονται οι συνομιλητές ως πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων /πολιτειών είναι η κατάτμηση της πολιτικής, η ισομοιρία/η ίση μοιρασιά, όπως ακριβώς στην ιδιοκτησία.
Αυτή ιδιοκτησιακή λογική υποσκάπτει το μέλλον της σύνολης κυπριακής κοινωνίας. Γιατί η πολιτική συγκροτεί το κοινωνικό γεγονός. Άρα είναι έννοια μη διαιρετή.Η διαίρεση του πολιτικού φαινομένου οδηγεί στην αναίρεσή του. Συνακόλουθα στην αποσύνθεση ή κατάργηση της σύνολης κοινωνίας.
Με αυτά τα δεδομένα ποιος θα είναι ο δεσμός του πολίτη με την κεντρική πολιτεία δεδομένου ότι δε θα είναι εθνοτικός; Η συλλογική ταυτότητα τους καθιστά μέλη των επιμέρους κοινωνιών (Ελληνοκυπριακή, Τουρκοκυπριακή ) αλλά όχι και μέλη της σύνολης κοινωνίας. Γιατί ο πολίτης να στηρίξει την κεντρική πολιτεία; Γιατί να αγωνιστεί για την κοινή πατρίδα; Γιατί να κάνει θυσίες; Με το σκεπτικό των συνομιλητών ο πολίτης θα ταυτίζεται με τις συνιστώσες πολιτείες και όχι με την κοινή πολιτεία.
Η κύρια έγνοια των συνομιλητών , αν πράγματι ενδιαφέρονται για την επανένωση του τόπου και του λαού, θα έπρεπε να είναι το ζήτημα της θέσης του πολίτη στη κεντρική πολιτεία, δηλαδή ο πολιτειακός δεσμός. Αυτό στην πράξη σημαίνει ένα αναστοχασμό αναφορικά με τον εμπλουτισμό των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών, ώστε να διευρυνθούν τα όρια της ελευθερίας τους και να έχουν συμφέρον να στηρίξουν την κεντρική πολιτεία. Ή πιο σωστά το πρόβλημα είναι η ταυτότητα του πολίτη που μέχρι τώρα ήταν υπήκοος του «Ελληνοκυπριακού» ή «Τουρκοκυπριακού» κράτους. Ένα πράγμα είναι το «ανήκειν» στο έθνος - κράτος και άλλο το «ανήκειν» στην πολιτεία.
Συμπερασματικά η αποδοχή της θέσης ότι η αναγνώριση της αυτονομίας του πολιτισμικά/εθνοτικά διαφορετικού σήμερα είναι απαραίτητο στοιχείο για την ενότητα της πολιτείας, ενώ μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κίνδυνος και απαγορευόταν ή καταδιωκόταν, υποδηλώνει και μια διαφορετική προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου στον τόπο μας.
Και αν οι πολιτικοί ηγέτες δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια πολιτεία που δε θα μιμείται τους άλλους και οι πολίτες της θα νιώθουν περήφανοι γι αυτή, τουλάχιστον ας φροντίσουν να αξιοποιήσουν τη γνώση και την εμπειρία συμπολιτειών που στην πράξη αποδείχτηκαν βιώσιμες και λειτουργικές. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Γιατί μπορεί να πιστεύεις ότι αγωνίζεσαι για την επανένωση και στην πράξη, με τις επιλογές σου, να βαθαίνεις το διαχωρισμό!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: