Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Ενδιάμεση συμφωνία στο κυπριακό πρόβλημα: περί σχεδίων και μεθοδεύσεων

Σε ένα κείμενο του Κ. Βενιζέλου στην εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ στις 23/8/2009 και με τίτλο «Φλερτάρουν με ενδιάμεση συμφωνία», αναφέρονται και τα εξής: «Όπως πληροφορούμαστε, εάν δεν είναι εφικτή η επίτευξη συμφωνίας και η διενέργεια δημοψηφισμάτων μέχρι τις αρχές του 2010, θα ενεργοποιηθεί το σχέδιο Β, το οποίο θα επικεντρωθεί στο ενδεχόμενο ενδιάμεσης συμφωνίας».
Ο κ. Κώστας Βενιζέλος, εφόσον επαγγέλλεται το δημοσιογράφο, οφείλει να ενημερώνει αντικειμενικά τους πολίτες και όχι να γίνεται «νεροκουβαλητής» πληροφοριών.
Για να υπάρχει σχέδιο Β , λογικά πρέπει να υπάρχει και σχέδιο Α. Όπως είναι γνωστό, από την αρχή της διαδικασίας, καθορίστηκε ότι υπάρχει μόνο το σχέδιο Β, δηλαδή η λογική της ενδιάμεσης συμφωνίας, όπως λέγεται. Η λογική της ενδιάμεσης συμφωνίας ταυτίζεται με τη λεγόμενη εσωτερική πτυχή του κυπριακού προβλήματος. Οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης –εγγυήσεων και ασφάλειας –θα συζητηθούν σε κατοπινό στάδιο. Αυτές είναι οι θέσεις του κ. Χριστόφια και των Άγγλων, οι οποίοι ουσιαστικά καθορίζουν την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Ερωτηθείς λοιπόν για το θέμα των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, ο Πρόεδρος Χριστόφιας (6/6/2008, μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συναντίληψης)είπε ότι «οι Συνθήκες του 1960 είναι πολύ σημαντικές για την Κυπριακή Δημοκρατία διότι η Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργήθηκε σύμφωνα με αυτές τις Συνθήκες. Έτσι και οι δύο (χώρες) υποστηρίζουμε τις Συνθήκες του 1960 και αυτό δεν είναι τυχαίο. Για αυτό το λόγο ανέφερα ότι συμφωνούμε ότι το ενιαίο κράτος θα μεταμορφωθεί σε ένα διζωνικό, δικοινοτικό ομόσπονδο κράτος με μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Είναι πολύ σημαντικό για την Κύπρο. Η ύπαρξη των Βάσεων, ή η κατάργηση των Βάσεων δεν είναι στην ατζέντα καμιάς εκ των χωρών μας τώρα. Δεν ήταν στην ατζέντα της Κυβέρνησης του Μακαρίου, του Κυπριανού, του Βασιλείου, του Κληρίδη και του Παπαδόπουλου. Αυτό είναι κάτι που θα συζητήσουμε με τους Τουρκοκύπριους, ως ιδιοκτήτες, ως εταίροι στην Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, αφού επουλώσουμε τις πληγές που προκλήθηκαν από την εισβολή, την κατοχή, αυτή τη μακρόχρονη τραγωδία για ολόκληρο το λαό της Κύπρου. Έτσι ο διάλογος που θα προωθήσουμε, ή θα συνεχίσουμε, έχει να κάνει με τη συμπεριφορά και των δύο μας σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες του 1960».
Ο δε Βρετανός ΥΠΕΞ δήλωνε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2009:
«Πρώτον, η λύση πρέπει να προέλθει από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους.Δεύτερον, όσον αφορά τις εγγυήσεις, αναμένουμε πρώτα από τις δύο πλευρές,να φθάσουν σε μια συμφωνία και στη συνέχεια θα δούμε πώς μπορούμε να διευκολύνουμε τις συνομιλίες».
Η λεγόμενη ενδιάμεση λύση ευνοείται από τους Άγγλους και τον Πρόεδρο Χριστόφια αλλά και τον Ταλάτ. Ο χρονικός ορίζοντας είναι ο Απρίλιος του 2010, δηλαδή οι προεδρικές εκλογές στα κατεχόμενα. Με την πρόταση Χριστόφια για το σύστημα διακυβέρνησης ουσιαστικά ευνοούνται οι Χριστόφιας-Ταλάτ. Θεωρούν ότι στις συνθήκες που θα δημιουργηθούν τότε, ουσιαστικά θα εξασφαλίσουν επανεκλογή τους στο προεδρικό αξίωμα. Δηλαδή το κίνητρό τους είναι καθαρά το προσωπικό και το κομματικό συμφέρον.
Η ενδιάμεση λύση με προκήρυξη γενικών εκλογών τον Απρίλιο του 2010 ουσιαστικά δημιουργεί συνθήκες πανομοιότυπες με το 1959. Δηλαδή η λύση να νομιμοποιηθεί μέσω της εκλογικής διαδικασίας αλλά και οι κομματικές δυνάμεις να συρθούν στην αποδοχή της ενδιάμεσης λύσης μέσα από τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία.
Τα ίδια δηλαδή που έκανε ο Μακάριος με τους Άγγλους τότε και με τις διαμαρτυρίες του ΑΚΕΛ, τα κάνει σήμερα ο Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ με τους Άγγλους!!! Με τέτοιες μεθοδεύσεις οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι εξαπατούν τους πολίτες!!!
Η προηγούμενη σφικτοθηλιά που έδεσαν το 1959 στον κυπριακό λαό – Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους – η διεθνής και η τοπική ολιγαρχία, κράτησε 50 χρόνια. Τούτη η σφικτοθηλιά πόσο θα κρατήσει;
Γιατί σφικτοθηλιά; Γιατί το ζήτημα δεν είναι ποιος θα κατέχει τον κυπριακό λαό. Αυτό είναι το ζήτημα για τους Άγγλους, Τούρκους και τους ντόπιους κομματάρχες. Το ζήτημα είναι να μην κατέχεται από κανένα ο λαός. Όμως ο λαός δεν έχει τέτοια ενδιαφέροντα. Οπόταν το ζήτημα είναι αν θα μας κατέχουν και πόσο οι ντόπιοι και οι ξένοι. Και πρόσκαιρα θα πανηγυρίζουμε,γιατί ίσως αλλάξουμε αφέντες. Και μετά πάλι θα θρηνούμε για την στραβόμαρά μας. Όμως θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες για νέους αγώνες των υπηκόων.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Μια απόπειρα κατανόησης της κομματοκρατίας στην Κύπρο

Με αφορμή τους διορισμούς των ΔΣ των ημικρατικών οργανισμών και τις σχετικές επικρίσεις που ακούστηκαν, χρησιμοποιήθηκε κατά κορόν και ο όρος κομματοκρατία. Όπως όλες οι έννοιες στην Κύπρο δεν ορίζονται,έτσι και η χρήση της έννοιας «κομματοκρατία» χρησιμοποιείται με ένα νεφελώδες περιεχόμενο που δε συμβάλλει στην κατανόηση των πολιτικών εξελίξεων.
Το φαινόμενο της κομματοκρατίας στην Κύπρο άρχισε να εδραιώνεται από το 2003, με την εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι αφετηρίες της κομματοκρατίας βρίσκονται στην Προεδρία του Γιώργου Βασιλείου (1988-1993), όταν άρχισε να διαμοιράζει τις θέσεις των ημικρατικών και δημόσιων οργανισμών αναλογικά στα κόμματα. Από τότε άρχισε η λαφυραγώγηση του κράτους από τα κόμματα, η εξωθεσμική λειτουργία της πολιτικής και τελικά η πλήρης επιβολή σήμερα των κομμάτων στο κράτος.
Κόμματα υπήρχαν και προηγουμένως και λειτουργούσαν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στο κράτος - ιδιοκτήτη του πολιτικού συστήματος – και την κοινωνία. Όμως μέχρι το 2003 ο φορέας της κρατικής εξουσίας ήταν και ο φορέας της πολιτικής και του δημόσιου χώρου. Ή διαφορετικά, υπήρχε διάκριση ανάμεσα στην κρατική εξουσία και το κόμμα και η πρωτοκαθεδρία ανήκε στο φορέα της κρατικής εξουσίας.
Από το 2003 άρχισε να εισάγονται αυθαίρετα οι αδόκιμοι όροι «συγκυβερνώντας κόμματα» και «αξιωματική αντιπολίτευση» παρόλο που το πολιτικό σύστημα είναι προεδρικό. Η λεγόμενη διάκριση των εξουσιών αποδομείται και το σύστημα ουσιαστικά μετατρέπεται σε κοινοβουλευτικό. Η κρατική εξουσία –εκτελεστική και νομοθετική -ενοποιείται από το κόμμα το οποίο λειτουργεί εξωθεσμικά.
Το 2008 με την εκλογή Χριστόφια στην Προεδρία της Δημοκρατίας το φαινόμενο επικρατεί πλήρως και εμπεδώνονται οι αδόκιμοι όροι «κυβερνών κόμμα», «συνεργαζόμενα κόμματα» και «αξιωματική αντιπολίτευση».
Η κομματοκρατία δεν ταυτίζεται με την κομματαρχία. Ο Γιώργος Λουκαϊδής, μέλος της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ, σημείωνε σε ένα κείμενό του στην εφ. «Ο φιλελεύθερος» στις 15/7/2009: «Η κομματοκρατία, όπως απαξιωτικά αναφέρται ο όρος από κάποιους, δεν συνιστά παρά τη μορφή της δημοκρατίας που η πλειοψηφία των κρατών στον κόσμό έχει επιλέξει ως σύστημα διακυβέρνησης και διαχείρισης της εξουσίας». Η αναφορά αυτή φανερώνει άγνοια της λειτουργίας των πολιτικών συστημάτων που κατ΄ ευφημισμό ονομάζονται δημοκρατίες. Είναι γεγονός ότι στις πιο πολλές χώρες τα κόμματα διαμεσολαβούν ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος και νομιμοποιούνται στην εξουσία με την ψήφο των πολιτών. Δηλαδή τα κόμματα άρχουν με την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Όμως η πολιτική και ο δημόσιος χώρος εκεί ταυτίζονται με τις δράσεις των φορέων της κρατικής εξουσίας.Κυρίαρχο είναι το κράτος και όχι το κόμμα. Αυτή είναι η κομματαρχία.
Στην κομματοκρατία το πολιτικό σύστημα, που εισάγει το Σύνταγμα, υποχωρεί υπέρ του κομματικού συστήματος το οποίο και κυριαρχεί επί του τυπικού πολιτικού συστήματος, όπως καθορίζεται από το Σύνταγμα. Οι κρατικοί θεσμοί τελικά χειραγωγούνται από το κόμμα, το οποίο ουσιαστικά είναι κυρίαρχο. Ή διαφορετικά οι κρατικοί θεσμοί είναι εκτελεστικά όργανα του κομματικού κατεστημένου.
Το κόμμα όμως δεν αποτελεί συνιστώσα του Συντάγματος. Ή διαφορετικά, το σύνταγμα αγνοεί το κόμμα, δεν υπάρχει νομική κατοχύρωσή του, ώστε η λειτουργία του να συνάδει με τις αρχές της πολιτείας.Έτσι η πολιτική αναπτύσσεται εξωθεσμικά και αφήνεται στους συσχετισμούς δύναμης. Η πολιτική λειτουργία μεταφέρεται εκτός της κρατικής εξουσίας, στα κόμματα που διεκδικούν να ορίζουν εκείνα, κατά τη βούληση της κομματικής γραφειοκρατίας, το «κοινωνικό συμφέρον». Το οποίο και αντιλαμβάνονται ως σύνθεση των συμφερόντων με βάση τους συσχετισμούς δύναμης των διαφόρων ομάδων.
Αυτή την περίοδο στην Κύπρο βιώνουμε την κομματοκρατία. Η πολιτική λειτουργία και δυναμική, ο λεγόμενος δημόσιος χώρος, έχει μεταφερτεί εκτός των κρατικών θεσμών. Πρωταγωνιστές πια καθημερινά είναι τα κόμματα που είτε μιλούν εκ μέρους της κυβέρνησης είτε διεκδικούν από την κυβέρνηση.
Αυτή η μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος στην Κύπρο ενέχει τεράστια σημασία. Η πολιτική δε θα είναι ποτέ πια η ίδια, αφού δημιουργούνται νέες δυναμικές. Φυσικά το πολιτικό ερώτημα είναι: κάτω από ποια δεδομένα πολιτικά και κοινωνικά επεβλήθηκε η κομματοκρατία στην Κύπρο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι υποβοηθητική στην κατανόηση των μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων. Και η εξέλιξη του πολιτικού συστήματος δεν είναι μονόδρομος. Γιατί οι κομματικές γραφειοκρατίες και η κοινωνία –με την ανοχή της - μπορεί να νομιμοποιούν μια αλλαγή , όπως αυτή της κομματοκρατίας, αλλά οι αφετηρίες να είναι διαφορετικές, δηλαδή να μην ταυτίζεται στο δεδομένο χρόνο το κομματικό με το κοινωνικό συμφέρον. Τότε η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη ανάμεσα στην κομματική ολιγαρχία και την κοινωνία.
Παράλληλα η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα στην Κύπρο αναγκαστικά επηρεάζεται από τις πλανητικές εξελίξεις. Ειδικότερα η νέα τεχνοδικτυακή επικοινωνία και η διάχυση της πολιτικής στους πολίτες μέσω μιας εικονικής πραγματικότητας, δημιουργεί μια νέα δυναμική που θέτει υπό αμφισβήτηση και την κομματαρχία και την κομματοκρατία.
Η αυθαίρετη λοιπόν μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος στην Κύπρο με την τυπική πλέον λειτουργία του συντάγματος, με την κομματική κυριαρχία και τη διαπλοκή της με τα ΜΜΕ και την οικονομική ολιγαρχία στον καθορισμό του κοινωνικού συμφέροντος, παρωδικά επιφέρει και θα επιφέρει μια επιβάρυνση της ζωής των πολιτών. Όμως η εξοικείωση των πολιτών με αυτή τη νέα πραγματικότητα, τη στηριγμένη στη δύναμη – όχι στην εξουσία – δημιουργεί και ευοίωνες προοπτικές για την κοινωνία, όταν αυτή αντιληφθεί τη δική της δύναμη και θελήσει να την επιβάλει, δηλαδή να την μετατρέψει σε νόμο με καθολική ισχύ.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

"Πάγωμα μισθών ή ξεπάγωμα του πλούτου;" ή ποιος πληρώνει την οικονομική κρίση

Το Γενάρη του 2009 Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων έριξε το σύνθημα «σκούπα στους μετανάστες». Η κυβέρνηση ανταποκρίνομενη στο αίτημα των εργοδοτών άρχισε τον «πόλεμο κατά της παράνομης μετανάστευσης».
Στις 16 Μαίου 2009 η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων ζήτησε πάγωμα των μισθών στο δημόσιο τομέα. Στις 3/8/2009 ο Υπουργός Οικονομικών εξήγγειλε την πρόθεση της κυβέρνησης για πάγωμα των μισθών.
Ποια είναι τα συμπεράσματα;
1. Η κυβέρνηση και το κεφάλαιο συνεργάζονται στενά στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής. Ή πιο σωστά η κυβέρνηση είναι το εκτελεστικό όργανο των απαιτήσεων του κεφαλαίου. Η οικονομική ολιγαρχία αποφασίζει και η πολιτική ολιγαρχία εκτελεί.
2.Η ψήφος του λαού , τα προεκλογικά προγράμματα έχουν πεταχθεί στο σκουπιδότοπο στο Βατί ή βρίσκονται υπό επεξεργασία σε κάποιο ΧΥΤΑ.
3. Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία έχουν αποφασίσει ότι το κόστος της οικονομικής κρίσης θα το πληρώσουν οι μισθωτοί ή οι οικονομικά πιο αδύνατοι ή ο περήφανος κυπριακός λαός. Πρώτα ήταν οι μετανάστες, τώρα οι μισθωτοί του δημοσίου και ύστερα οι μισθωτοί του ιδωτικού τομέα.
4. Οι ολιγάρχες άρχισαν να προπαγανδίζουν την κατάλληλη ηθική στους «δούλους»:υπευθυνότητα, αυτοσυγκράτηση, συναίνεση. Όλα αυτά απλώς σημαίνουν «πληρώστε μισθωτοί την κρίση» ώστε να μην επηρεαστούν τα δικά μας κέρδη.
5. Γιατί πάγωμα μισθών και όχι ξεπάγωμα του πλούτου; Γιατί να αφαιρείται εισόδημα από αυτούς που το χρησιμοποιούν για να επιβιώσουν και να μην αφαιρείται εισόδημα από αυτούς που δεν το έχουν ανάγκη για να επιβιώσουν και το φυλάνε σε θησαυροφυλάκια; Γιατί την κρίση να την πληρώσουν οι μισθωτοί και όχι οι πλούσιοι;
6.Τελικά, τι διαφορετικό θα έκανε ο ΔΗΣΥ αν ήταν εξουσία; Τι δηλαδή διαφέρει η οικονομική πολιτική του ΔΗΣΥ από αυτή του ΑΚΕΛ;
7. Και να μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση Χριστόφια με τροποποίηση του προϋπολογισμού του 2009 χρύσωσε κυριολεκτικά 48 υψηλόμισθους κυβερνητικούς αξιωματούχους – Γενικούς Διευθυντές, Δικαστές,κ.α. Τριπλασίασε τα έξοδα παραστάσεώς τους. Μάλιστα τροποποίησαν τη νομοθεσία ώστε τα έξοδα παραστάσεως να θεωρούνται και συντάξιμα.Το όφελος γι αυτούς τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους υπολόγιζεται σε 300.000 ευρώ!!!
Και όλα έγιναν στα κρυφά, κανένας δεν πήρε είδηση. Όλοι σιώπησαν, ο νόμος της μαφίας. (ΠΟΛΙΤΗΣ, 11/5/2009 ) Για τους λίγους και δυνατούς η κυβέρνηση Χριστόφια είναι γενναιόδωρη, για τους πολλούς και αδύνατους έχει πρόβλημα!!!


Το δούλεμα από τους «φωστήρες» του ΚΕΒΕ, του ΟΕΒ και του φερέφωνού τους – της κυβέρνησης – ότι δεν αντέχει το κράτος μισθολογικές παραχωρήσεις, είναι προκλητικό. Πώς και το κράτος αντέχει τα εκατομμύρια που εισπράττουν οι επιχειρήσεις από το κράτος υπό μορφή κινήτρων, απαλλαγών, φοροδιαφυγών, συμβάσεων για άχρηστα έργα; Στη μια περίπτωση το δημόσιο ταμείο δεν αντέχει και στην άλλη αντέχει; Γιατί, όταν τα παίρνουν τα μέλη τους, το ΚΕΒΕ και η ΟΕΒ δε διαμαρτύρονται, αφού γνοιάζονται τόσο πολύ για τα δημόσια οικονομικά; Ή μήπως η μοναδική τους έγνοια είναι να τρώνε μόνο οι ίδιοι από το δημόσιο ταμείο μαζί με τους πολιτικούς εγκάθετούς τους;

Η πολιτική ολιγαρχία σε στενή συνεργασία με την οικονομική ολιγαρχία στοχεύουν στην περαιτέρω αφαίμαξη των μισθωτών. Η ανακατανομή του πλούτου υπέρ των δυνατών συνεχίζεται με απολύτως ομαλό ρυθμό είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει κρίση. Στόχος τους είναι ο μισθωτός να έχει μόλις μετά βίας τα απαραίτητα, απλώς για να επιβιώνει. Η έγνοια του να είναι η καθημερινή του επιβίωση, ώστε ανενόχλητοι οι ολιγάρχες να καρπώνονται και τον πλούτο και την εξουσία.
Όσο ο πολίτης δε συνειδητοποιεί τη νέα πραγματικότητα και μένει εγκλωβισμένος σε παρωχημένες λογικές περί καλού και κακού ολιγαρχικού, του δικού μας και του άλλου, τότε θα συνεχίζεται η υποβάθμιση της θέσης του σε όλα τα επίπεδα, ατομικό, οικονομικό, πολιτικό.
Σε κάθε κοινωνία – είτε παράγεται είτε δεν παράγεται νέος πλούτος –το κοινωνικό ζήτημα είναι η κατανομή του. Και από τη στιγμή που το πολιτικό και οικονομικό σύστημα ελέγχεται από τους λίγους – την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία - και οι πολλοί το ανέχονται, τότε η μοίρα των πολλών είναι μία: «σκάστε και πληρώνετε». Και η μοίρα των λίγων είναι: «έτσι ή αλλιώς θα συνεχίσουμε να τα παίρνουμε».